Ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1960. Είναι ποιητής, μεταφραστής και συγγραφέας. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, άρχισε να γράφει σε έντυπα όπως το "Ιδεοδρόμιο" του Λεωνίδα Χρηστάκη και η "Χιονάτη" του Βαγγέλη Κοτρώνη, και να συνθέτει ποιήματα και πεζογραφήματα. Κείμενά του δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά όπως η "Οδός Πανός", ο "Ήχος", το "Κάππα", η "Λέξη", η "Πολιορκία", και άλλα. Συνεργάστηκε για δέκα χρόνια με την εφημερίδα "Ελευθεροτυπία" και το περιοδικό "Έψιλον". Διατήρησε τη σελίδα του βιβλίου στην εφημερίδα "City-Press". Ο τρόπος ζωής του τον οδήγησε στη συστηματική μελέτη των λεγόμενων "ιστορικών πρωτοποριών" (Φουτουρισμός, Dada, Υπερρεαλισμός), των Beat ποιητών και συγγραφέων, καθώς και του ρεύματος για την "υπέρβαση και την πραγμάτωση της Τέχνης" (Cobra, Λεττριστές, Καταστασιακοί). Καρπός αυτών των αναζητήσεών του είναι τα πολυσυζητημένα του βιβλία για τον William S. Burroughs, για την Internationale Situationniste, για τον Guy Debord, για τον Μάη του '68. Ίδρυσε και διηύθυνε την επιθεώρηση "Propaganda", όπου δημοσιεύτηκαν κρίσιμα κείμενα για την πολιτική και την κουλτούρα των καιρών μας. Έχει εργαστεί στο ελληνικό ραδιόφωνο, και συγκεκριμένα στο Δεύτερο Πρόγραμμα, στην ΕΡΑ4, στον Εν Λευκώ, στο Κόκκινο 105,5, και στο Κανάλι 1 Πειραιάς 90,4. Σήμερα διευθύνει τη σειρά "Αιφνίδια Ντοκιμαντέρ" στις εκδόσεις Γαβριηλίδης και το λογοτεχνικό περιοδικό/εγχείρημα "ΚΟΡΕΚΤ", μαζί με τον ποιητή Θάνο Σταθόπουλο, στις εκδόσεις Νεφέλη. Είναι μέλος του Κύκλου Ποιητών και της Εταιρείας Συγγραφέων.

Απόσπασμα από το βιβλίο

ΣΚΑΡΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟΝ JACKSON POLLOCK

 

Στη φάρμα με τέσσερα αδέρφια

Άτσαλα ρούχα και βλέμμα στη χλόη καρφωμένο Ανάμεσα μπρέκφαστ και δείπνο να μελετάει

Τις ποικίλες αναδιπλώσεις της φύσης

Την άλλη ύλη να δουλεύει και να λειτουργεί

Με όραση ειδικευμένη στο ανεπαίσθητο

Κι ένα τσιγάρο να φωσφορίζει στ’ ωραίο στόμα του Προσπέρασε τ’ αδέρφια του με ντρίπλες

Και άυπνο σώμα να δουλεύει στον καμβά

Χορεύοντας ινδιάνικο ζεϊμπέκικο την απορία του

Για το πιο έσω γεγονός

Και τη λαλιά της κάθε απόχρωσης

Με μπίρα και ουίσκι και καπνό ντοπαρισμένος

Ξεγέλασε του χρόνου που κυλάει το τραγούδι

Είχε φάει κι είχε πιει

Κι είχε κορέσει εκατό εγκόσμιες απάτες

Κι είχε το βρόντο ακούσει σουρωμένος

Από χίλιες απρόοπτες θύελλες

Κι είχε χωρέσει ο νους του

Ποδοβολητό διαμπερές από πρόσκαιρη εκατόμβη

Και πόνεσε η σάρκα του κατόπιν

Κι έζησε τη χλαλοή

Το κάθε χθόνιο σκίρτημα

Σε εικόνα μεταμόρφωσε

Και νεύμα ειμαρμένης άφευκτης

Το ’κανε ρυθμό και χρώμα

Ήταν με τους φίλους του καλός

Κι ας σπίλωνε τις φίλες του

Στου ζύθου το βυθό λαχταρούσε μεταμέλεια

Κι ήταν γιορτή ακόμα

Κι η πιο ζόρικη κλαυτή απολογία

Ξεγέλασε της Lee τη θαλπωρή

Με κόβερντιπλ και Olds βαβούρα

Αφού πρώτα λιγώθηκε στης Ruth το όμορφο κορμί

Ήταν κι η Edith μέσα

Και σκοτώθηκε

Ο κάθε ημίθεος σαν φεύγει

Παίρνει βροντή βροτής μαζί του Θυσία σαν τους αρχαίους μύστες

Σαν τα τοτέμ που αγάπησε

Και αίμα αθώο να παρηγορεί

Και να δουλεύει σαν υπόμνηση

Μιας δόξας που τρελάθηκε

Που οι δαίμονες τη φθόνησαν