Σοφία Γιαννούλη

BA in Cultural Technology and Communication - University of the Aegean

MSc in Creative Writing

Γλωσσική παρακαταθήκη

Αν η απολυτότητα στα μαθηματικά έχει ήδη καταρριφθεί με την εισαγωγή θεωρητικών κλάδων (θεωρία πιθανοτήτων, θεωρία αριθμών κτλ.), με τι επιχειρήματα αρνούμαστε το πιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της γλώσσας, την ευελιξία προσαρμογής της στις εκάστοτε ανάγκες; Αξιώσεις που το αντικειμενικό κριτήριο εκλείπει, καθώς τα μαθηματικά έχουν παγκόσμια εμβέλεια, ενώ η γλώσσα περιορίζεται στα σύνορα.

Πολιτικές σκοπιμότητες εγκύπτουν με προπαγανδιστικό ύφος σε υποτιθέμενες αιτίες που διαβρώνουν την ελληνική γλώσσα, τις διαιωνίζουν μέχρι να σφραγιστούν ως ιδεολογικά κεκτημένα, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για μύθους. Πιο δημοφιλείς μύθοι, είναι η γλωσσική φθορά της γλώσσας (λεξιπενία, ορθογραφία κτλ.) καθώς και ο δανεισμός της από άλλες (η ρίζα μιας λέξης δεν πρέπει να συγχέεται με το μόρφημα). Κοινή συνιστώσα στην περίπτωση των μύθων αλλά και στη γενικότερη ελληνική νοοτροπία φαίνεται να εδρεύει η δυσκολία αποδοχής μιας κατάστασης που ήδη υπάρχει, που η φυσική ροή των πραγμάτων την επιτάσσει να εξελίσσεται, που ο χρόνος, καθώς και η εκάστοτε κοινωνικοπολιτική και πολιτισμική κατάσταση ευθύνονται για τις όποιες μεταβολές και όχι ο ανθρώπινος παράγοντας του παρόντος. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ευθύνεται ο ανθρώπινος παράγοντας μιας διαχρονικής και παγκόσμιας κλίμακας, με την έννοια του συνόλου που συμπεριλαμβάνει καινοτόμες ιδέες, οι οποίες με τη σειρά τους εισάγουν νέες ανάγκες όσον αφορά την επικοινωνία και μάλιστα στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης και της δημιουργίας άλλων μορφών γλωσσών π.χ. διαδίκτυο (εδώ έχουμε και την εμφάνιση ενός άλλου μύθου, ο οποίος στην ουσία συγκαταλέγεται στους παράγοντες που αλλοιώνουν τρόπον τινά την ελληνική γλώσσα).

Λίγο πολύ οι μύθοι συγχέονται και ο ένας αποτελεί απόρροια του άλλου. Εκείνο που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι η εξέλιξη μιας γλώσσας είναι συνάρτηση της πραγματικότητας και η μη αποδοχή αυτής της εξέλιξης συνεπάγεται την άρνηση του κοινωνικοπολιτικού πλαισίου που ανήκει ο αιτών την επαναφορά και αναβίωση της ελληνικής γλώσσας. Οδηγούμαστε, επομένως, στο συμπέρασμα ότι έχουμε να αντιμετωπίσουμε ένα παράλογο αίτημα, καθότι είναι αδύνατο να φέρουμε στο προσκήνιο το παρελθοντικό φόντο, αλλά ταυτόχρονα και οξύμωρο, εφόσον ο αιτών, αποδέχεται τις παροχές του περιβάλλοντος και χρησιμοποιεί δανεικές λέξεις, τις περισσότερες φορές εν αγνοία του.

Κάθε μεγάλο ζήτημα αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στους υποστηρικτές δύο κυρίαρχων απόψεων. Πόσο μάλλον όταν η απόφαση ή η σύμβαση που θα προκύψει είναι πιθανό να διακυβεύει την έννοια της ελληνικότητας, η οποία για κάποιον αξιοπερίεργο λόγο υφίσταται μόνο μέσα από την ιστορική σύνδεση με την αρχαιότητα για τους υποστηρικτές της μιας άποψης. Οι ερωτήσεις, λοιπόν, που προκύπτουν είναι πού κωλύεται το σύστημα και επικρατεί τόση σύγχυση σχετικά με την ορθογραφία, καθώς και ποιος ο λόγος που μια παρωχημένη ορθογραφία ντύνεται και προβάλλεται με τον όρο ιστορική ορθογραφία; Το λεξικό του Μπαμπινιώτη είναι ένα σπουδαίο έργο για ανθρώπους με καθαρά γλωσσολογικό και ιστορικό ενδιαφέρον, αφού η ετυμολογική προέλευση της λέξης αποτελεί το εφαλτήριο των λημμάτων. Πολλές όμως από τις ορθογραφικές του προτάσεις ξενίζουν όσον αφορά τη σημερινή ορθογραφία, η οποία τείνει ολοένα και περισσότερο στην απλούστευση-εκλογίκευση. Αντίθετα, το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη είναι περισσότερο οικείο, χωρίς να διατείνεται την απόλυτη αιτιακή σύνδεση. Σήμερα, οι συζητήσεις περί ανεξαρτησίας μεταξύ γλώσσας και ορθογραφίας είναι πάμπολλες, καθώς ο ριζοσπαστικός χαρακτήρας της ορθογραφίας, διαθέτοντας μια πιο εύκαμπτη συμπεριφορά με την έννοια της συνεχούς εξέλιξης, εξαρτάται από την εποχή που την πλαισιώνει και ουδεμία σχέση έχει με τη διαχρονικότητα και την αλλοίωση της γλώσσας.

Η όλη υπόθεση φαντάζει στο μυαλό μου σαν ένα συμπόσιο από μεθυσμένους λεγεωνάριους που φαγώνονται μεταξύ τους, ενώ ο ευτραφής εκατόνταρχος τρώει σταφύλια ξαπλωμένος σε ανάκλιντρο. Το μόνο δεδομένο σε αυτό το ξέφρενο φαγοπότι είναι ότι θα μπουκάρει ο Οβελίξ και όλα θα γίνουν ένα ολοστρόγγυλο μπουλούκι μέσα σε καπνούς. Η εξέλιξη της γλώσσας είναι δεδομένη και συνεπώς αναπόφευκτη. Ειδικά όταν μπαίνουν στη συζήτηση και άλλες θεωρίες π.χ. περί σεξιστικής γλώσσας και ανδροκρατούμενης ορολογίας που συνυπογράφουν την παγίωση της πατριαρχικής κοινωνίας. Αν η παρουσία στο συμπόσιο δεν οφείλεται σε επικείμενες πολιτικές μεθοδεύσεις (παρότι και άσχετοι φαινομενικά λόγοι έχουν πολιτικό αντίκτυπο), αλλά κατά βάση σε αρχαιομανία και σε πεποιθήσεις που πριμοδοτούν την αρχαία έναντι της νεοελληνικής γλώσσας, τότε, η συγκεκριμένη παρουσία συντελεί στην πυροδότηση εθνικιστικών/ρατσιστικών τάσεων, αφορμώμενων από τη διαμόρφωση συγκεκριμένης νοοτροπίας που μεταφέρεται με βλάβες στις επόμενες γενιές. Ας μην παραβλέπουμε το γεγονός ότι μερίδα μαθητών δεν αποκομίζει ούτε τα στοιχειώδη και το μόνο που αποτυπώνεται στη μνήμη τους με το πέρας των σχολικών χρόνων είναι η αίσθηση. Η νοοτροπία. Η σύνδεση με την αρχαία Ελλάδα, ένα δυνατό συναίσθημα αρκετό για να νιώθεις σημαντικός μέσω της σύγκρισης (και όχι της προσωπικής επιτυχίας). Μια ψευδαίσθηση ταυτότητας που ορίζεται από την καταγωγή και όχι από την παροντική ουσία του. Σε αυτήν την περίπτωση, λοιπόν, πρέπει ο εκατόνταρχος να σταματήσει να τρώσει τα περσινά ξινά σταφύλια και να διαπραγματευτεί την πλάνη της ταύτισης με τον Οβελίξ (εξέλιξη της γλώσσας). Ο σύγχρονος Έλληνας πόρρω απέχει από τον αρχαίο και δεδομένης αυτής της συνειδητοποίησης τα αρχαία ελληνικά πρέπει να διδάσκονται όχι ως ιστορική συνέχεια αλλά ως ένα δυνητικό κομμάτι της γλώσσας που η ιστορία θα αποφασίσει αν θα το αφομοιώσει ή όχι. Ο σύγχρονος Έλληνας πρέπει να αποκτήσει επιτέλους τη δική του ταυτότητα και όχι να ζει με δανεική. Χωρίς, λοιπόν, την ταυτόχρονη απαξίωση του πλούτου της νεοελληνικής γλώσσας και ουτοπικές προσδοκίες αναβίωσης και σύνδεσης με την αρχαιότητα, δύναται να συμβάλλουμε (όχι να δαμάσουμε/επιβληθούμε) στην εξελικτική της πορεία, μέσα από την αίσθηση της ομορφιάς που προσφέρει η ελευθερία της έκφρασης. Η γλώσσα δεν έχει μόνο κανόνες που αγχώνουν σε τυχόν παρεκτροπή τους, αλλά είναι ένα ατελείωτο παιχνίδι λέξεων και νοημάτων, που σου δίνει την επιλογή να προσαρμόσεις αυτούς τους κανόνες στα μέτρα σου. Η επιλογή, όμως, έρχεται μέσα από τη γνώση και δυστυχώς η εκπαιδευτική γραμμή, εστιάζοντας μόνο σε κανόνες, συνδράμει τις πολιτικές και θρησκευτικές σκοπιμότητες να διατηρήσουν μια πνευματική μονομέρεια. Αποδεχόμενοι, εν τέλει, την πραγματικότητα, τη φυσική εξέλιξη, τη διδαχή της ιστορίας αλλά και τον πολιτικό παράγοντα ως μια σταθερά δεδομένη και ανελαστική, μπορούμε να επενδύσουμε στην παιδεία, ώστε να μειωθεί το ποσοστό της χειραγώγησης.

Αλήθεια όμως.. κατά πόσο η μουσικότητα στην προσωδία επηρεάζει τη γλωσσική πραγμάτωση, τη γραμματική και την καθιέρωση λέξεων, ακόμα και αν αυτές δεν εμπίπτουν στη σφαίρα της λογικής, ως βάση, με την οποία συντάσσονται οι προτάσεις; Μήπως τελικά και η πρόζα ακολουθεί το ρυθμό της ποίησης, απορρίπτοντας έτσι κάθε αντιαισθητική παρήχηση; Κατά πόσο η μνήμη στηρίζεται στο ρυθμό για να επιβιώσει; Αυτή είναι μια θεώρηση που επιχειρεί να εκλογικεύσει τον λόγο που εξακολουθούμε να λέμε «όλους όσους» και όχι «όλους όσοι». Ας αφήσουμε το χρόνο και τη μουσική λοιπόν να αποφασίσουν ποιες λέξεις θα νικήσουν. Ωστόσο, εμείς ας απολαύσουμε το κρασί μας παρακολουθώντας τις κοκορομαχίες τους.

Σ.Γ.