ἐν βιβλίῳ

Kavalloti 2, Athina 117 42

Σοφία Γιαννούλη

BA in Cultural Technology and Communication - University of the Aegean

MSc in Creative Writing

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ 3Κ – ΜΟΝΟΜΥΘΙΑ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΑΦΗΓΗΣΗΣ

Πωλ Νουζέ: Πηγαίνετε τον άνθρωπο εκεί όπου δεν πήγε ποτέ, να δοκιμάσει αυτό το οποίο δεν δοκίμασε ποτέ, να κάνει αυτό το οποίο δεν έκανε ποτέ.

Σύμφωνα με τον Κάμπελ, όλες οι αφηγήσεις, παρά τις όποιες διαφορές τους, κρύβουν μια μονομυθία, έχουν όλες, δηλαδή, μια κοινή δομή, έναν κοινό μύθο. Αν βάλουμε αυτή την πληροφορία στο μικροσκόπιο της παγκόσμιας αφήγησης θα παρατηρήσουμε ότι βρίσκεται εγκιβωτισμένη η εξής μονομυθία: 1) καθεστηκυία τάξη, με σιωπηλή συναίνεση και κατ’ επέκταση νομιμοποίηση των πολιτών, 2) κρίση που διαταράσσει την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, 3) κοινωνικά συμβόλαια ψυχολογικών επιπτώσεων που τάσσονται προς οποιοδήποτε κανονιστικό πρότυπο φέρει παρόμοιες δομές (έστω και φαινομενικά) με την κανονικότητα προ κρίσης, 3α) επόμενη γενιά. Θα πάρουμε ως δεδομένο ότι το τρίπτυχο των 3Κ (καθεστώς / κρίση / κανονικότητα) ισχύει εις τους αιώνας των αιώνων, καθώς, αν παρατηρήσουμε τη συμπεριφορά της «επόμενης γενιάς» σε μια επικείμενη κρίση, θα δούμε ότι αντλεί τα εχέγγυα για τη διαχείρισή της από συλλογικές μνήμες, επικυρωμένες στα συμβόλαια που έχει ήδη παραλάβει από προηγούμενες γενιές και όχι από κάποια δικιά της αφήγηση. Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα εμπειρικά δεδομένα, το επόμενο εύλογο ερώτημα είναι πώς θα παραδώσουμε στην επόμενη γενιά κοινωνικά συμβόλαια με περισσότερο ευνοϊκούς όρους. Είναι εφικτό κάτι τέτοιο ή ο εργαλειακός λόγος της καθεστηκυίας τάξης είναι τόσο ισχυρός ώστε η άρση του να εξαρτάται αποκλειστικά από την αφύπνιση της επόμενης γενιάς; Ο Αϊνστάιν είπε «πιο εύκολο να διασπάσεις ένα άτομο παρά μια προκατάληψη». Ισχύει;

Αναλύοντας την πραγματολογική συνθήκη «η ισχύς εν τη ενώσει» σε μια περίοδο κρίσης και μάλιστα προβαλλόμενη ως επιτακτική ανάγκη από το status quo και τη σύμπραξη κοινωνικών μορφωμάτων θα διαπιστώσουμε τη μεγάλη αυταπάτη που κρύβεται από πίσω: «πολλοί φόβοι ενωμένοι νικούν τον φόβο». Ο συλλογικός φόβος προτιμάται από τον ατομικό για τους μεν (πολίτες) καθώς παρέχει την ασφάλεια του «–συν», ενώ για τους δε (πολιτική εξουσία) αποτελεί το μέσο για τη νομιμοποίηση της μεταπρατικής εξουσίας αφού ξεπεραστεί η όποια κρίση. Ας μην ξεχνάμε ότι μέσα στις υφολογικές μανιέρες πολιτικών λόγων ή διαγγελμάτων εντάσσονται επιτηδευμένα λέξεις με πρώτο συνθετικό το «-συν» (συμπολίτες, συμπατριώτες, συλλογική συνείδηση, σύμπλευση, συμπάσχω κ.τ.λ.). Το ερώτημα που τίθεται εδώ αφορά το «από κει και πέρα», την μετα-κρίση περίοδο και την επιστροφή στην κανονικότητα. Οι «ενωμένοι φόβοι» νίκησαν, εν τέλει, τον φόβο ή τον νικούν τόσο όσο επιτάσσουν τα προκαθορισμένα χρονικά πλαίσια της εν λόγω κρίσης; Και αν ισχύει το δεύτερο, σε τι μορφή επιστρέφει ο φόβος; Αν η μόνη περίοδος στη ζωή ενός ανθρώπου που ο ατομικός φόβος περιορίστηκε δραστικά εξαιτίας του συλλογικού ήταν αυτή η εμπόλεμη κατάσταση, μήπως, εν τέλει, υπάρξει μια ενδεχόμενη ταύτιση της ατομικής ελευθερίας με δεσποτικά καθεστώτα; Μήπως η αναζήτηση αυτής της ελευθερίας οξύνει περισσότερο το πρόσχημα για να ισχυροποιήσουν τις θέσεις τους σοβινιστικά, εθνικιστικά, ρατσιστικά, ομοφοβικά μορφώματα; Η συμμαχία διαλύεται, η διάσπαση επιτελείται και κοινωνικά συμβόλαια εργαλειακού λόγου υπογράφονται με επαχθέστερους όρους.

Είναι προφανής, λοιπόν, η ήττα του συλλογικού φόβου έναντι του ατομικού στη φάση της καταστολής. Ο λόγος της ελευθερίας προς τον φόβο θα είναι πάντα μικρότερος της μονάδας και όσο απομακρυνόμαστε από το στάδιο 1 των 3Κ (καθεστώς), τόσο ο φόβος θα γίνεται πιο ανελαστικός. Στην αρχική κατάσταση (στάδιο 1) μπορεί να επέμβει μόνο η επόμενη γενιά με την έννοια, όμως, της αναθεώρησης και όχι της επιστροφής που διατάσσουν τα τοκοχρεολύσια παρωχημένων συμβολαίων. Διαφορετικά, θα καταλήξουμε πάλι στα ίδια καταστροφικά αποτελέσματα και σε μια επικαιρότητα που παίζει το ίδιο βαρετό βίντεο ξανά και ξανά. Οι σύμμαχοι θα υφίστανται μέχρι να υπάρξει καλύτερη προσφορά, η ζήτηση της ελευθερίας θα παραμένει στα αζήτητα ως ιδανικό και ποτέ ως κατάκτηση, ο ιμπεριαλισμός θα κινείται μεταξύ εδάφους και παιχνιδιών εξουσίας με διαιτητή τη θρησκεία, οι αγνωστικιστές θα πιστεύουν περισσότερο σε αξίες από τους θρησκόληπτους, η ηθική θα πατρονάρεται από αμοραλιστές, οι οικονομικές θεωρίες θα ταλαντεύονται μεταξύ Φρίντμαν και Κέυνς έχοντας πάντα τάση προς την κινητικότητα του πλούτου μεταξύ των ελίτ, η υπεραξία επίμονα θα αυξάνεται και ο φτωχός θα γίνεται περιθώριο, η παιδεία και η έλλειψή της θα έχουν πάντα τα ποσοστά τους, οι φασίστες και οι εθνικιστές θα έχουν κι αυτοί τα δικά τους και όποιος δεν έχει εχθρό ας τον εφεύρει. Όσοι προλάβουν να γεράσουν θα νομίζουν ότι έχουν κατακτήσει τη σοφία του κόσμου. Η μόνη γνώση, όμως, που μπορούμε να κατακτήσουμε είναι η αμφισβήτηση της γνώσης. Το κράμα εμπειριών (που είμαστε) έρχεται σε αντιπαράθεση με τη φράση «έτσι είμαι και δεν αλλάζω», φράση που υποδηλώνει ότι το υποκείμενο έχει φτάσει στο ανώτατο σημείο της προσωπικής του εξέλιξης, σε έναν κορεσμό γνώσεων και εμπειριών που δεν χωράει καμία περαιτέρω πληροφορία. Σαφώς πρόκειται για θεώρηση που αποβαίνει άτοπη, επομένως προτείνεται η αναθεώρηση.

Σύμφωνα με τον Henry Miller «η σύγχυση είναι μια λέξη που εφηύραμε για μια τάξη, την οποία δεν καταλαβαίνουμε». Ποια, λοιπόν, είναι αυτή η τάξη πραγμάτων, την οποία καλείται η επόμενη γενιά να ανατρέψει λόγω αδυναμίας της τωρινής; Ο Αλτουσέρ την ονομάζει «ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους» ενώ ο Φουκώ «πρακτικές λόγου». Πρόκειται, εν ολίγοις, για την κουλτούρα μαζικής κατανάλωσης, την κουλτούρα της εκπαιδευμένης εμπειρίας, την κουλτούρα της ημιμάθειας. Την κουλτούρα που πρέπει να καταναλώσεις τόσο όσο χρειαστεί για να τη διδάξεις και να τη διαιωνίσεις. Την κουλτούρα του φρονηματισμού, του συντηρητισμού και της παθητικότητας. Την κουλτούρα της προαποφασισμένης υποτέλειας. Είναι η κουλτούρα που όλοι οι φορείς και οι θεσμοί έγραψαν πάνω σου και εσύ νομίζεις πως είσαι ελεύθερος. Την κουλτούρα του «ανήκω κάπου» και έχω παρελθόν στο οποίο δεν συμμετείχα. Την κουλτούρα της μεροληπτικής ηθικής και του «πίστευε και μη ερεύνα». Την κουλτούρα που υποτάσσεται οικειοθελώς στον ένα και μοναδικό στόχο, τη συντήρηση του δεσποτισμού. Την κουλτούρα του φόβου, ως μέσο ελέγχου, της ενοχικότητας και της τιμωρίας αν παρεκκλίνεις από Θεό, εκκλησία, κράτος, οικογένεια, φίλους. Την κουλτούρα που τα ανθρώπινα δικαιώματα διαχωρίζονται από τα ατομικά. Την κουλτούρα της λογοκρισίας και των «παπαγάλων». Ιδεολογίες που εμφυτεύονται και προβάρονται από δεσμώτες.

«Η τέχνη οφείλει την ύπαρξή της στα πάθη. Από την στιγμή που θα πάψουμε να είμαστε παθιασμένοι αποβλακωνόμαστε», γράφει ο μαρκήσιος ντε Σαντ. Μήπως, τελικά, οι εμπειρίες για να γίνουν ελεύθερες απαιτούν την ποικιλομορφία; Περιορισμένη εμπειρία σημαίνει καταπιεσμένη επιθυμία όχι μόνο ως αποτέλεσμα πράξης αλλά και ως άρνηση συνειδητοποίησης. Η επιθυμία, ως ανάγκη, δεν ελλοχεύει μόνο τον κίνδυνο της αυτοκαταπίεσης αλλά και της άγνοιας ύπαρξής της. Ενδεχομένως, σε μια άλλου είδους παγκόσμια αφήγηση η άγνοια αυτή να γινόταν όντως πραγμάτωση και η αυθεντική ανάγκη να έβαζε προτεραιότητα την απενοχοποίηση της απόλαυσης –λέξη, που στην παρούσα αφήγηση πνίγεται στις τύψεις.

Με ποιον τρόπο, λοιπόν, η επόμενη γενιά θα επέμβει στο καθεστώς (στάδιο 1), ώστε να αλλάξει τα θεμέλια αυτού του καταπιεστικού οικοδομήματος; Σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, αν θέλουμε να πετύχουμε κάτι στον πεπερασμένο μας χρόνο, τότε θα πρέπει να συγκρουστούμε με τις δυνάμεις που εμποδίζουν τις επιθυμίες μας. Ακούγεται βατή διαδικασία αλλά δεν είναι. Ειδικά όταν αυτή η λέξη (επιθυμία) έχει απασχολήσει τόσους φιλόσοφους και στοχαστές και ακόμα ειδικότερα όταν αιτιοκρατικές πεποιθήσεις (στην πιο απλή μορφή τους «όλα γίνονται για κάποιο λόγο») αποτελούν κύριο δομικό συστατικό κοινωνικής εγκυρότητας.

Το πρώτο βήμα, λοιπόν, είναι η αναγνώριση του προβλήματος. Η αιτιοκρατία είναι αντιστρόφως ανάλογη της πραγματικής ελευθερίας, αν σκεφτεί κανείς τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή στην επιθυμία. Έχει θαφτεί στην οφθαλμαπάτη μιας ζωής που νομίζει ότι η ίδια ορίζει τον εαυτό της πάνω στον γραμμικό (που δεν παρεκκλίνει από νόρμες και σταθερές) και αιτιοκρατικό άξονα που έχει χτιστεί. Σύμφωνα με το μοντέλο «κύριος-δούλος» του Χέγκελ, όταν δύο υποκείμενα θελήσουν ένα αγαθό αναπόφευκτα οδηγούνται σε πάλη, μέχρι κάποιο από τα δύο ή να πεθάνει ή να θυσιάσει την ελευθερία του και να γίνει υποχείριο του άλλου. Η ελευθερία του δούλου επανέρχεται μόνο από τη συνειδητοποίηση της θέσης του μέσω της εμπειρίας αλλά και πάλι μπορεί να πέσει σε σφάλμα αν στηριχτεί σε εξωτερικές δυνάμεις πέρα του εαυτού της (π.χ. θεολογικές). Σε αυτό το σημείο έρχεται ο Νίτσε να προσθέσει την έννοια της αξίας, ως μια τελεσίδικη κατάσταση και μη επιστρέψιμη, εφόσον η δουλεία δεν υφίσταται μόνο ως πράξη αλλά είναι βαθιά ριζωμένη στη νοοτροπία του δούλου (η προαναφερθείσα κουλτούρα).

Το δεύτερο βήμα (σε μια προσπάθεια να διαψεύσουμε τον Νίτσε!!) και εφόσον έχουμε αναγνωρίσει το πρόβλημα –ανεξάρτητα αν το αποδεχόμαστε, είναι νωρίς ακόμα- είναι η αναγνώριση της επιθυμίας/ανάγκης. Αυτό, είναι και το πιο δύσκολο εγχείρημα, καθώς απαιτεί την αξιοποίηση ενός καθοριστικού συμπλέγματος: κρίση, αντίληψη, πάθος. «Το μάτι βλέπει μόνο αυτό που το μυαλό είναι προετοιμασμένο να καταλάβει», Ανρί Μπεργκσόν. Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να διαχωρίσουμε τις επιθυμίες σε εφικτές και ανέφικτες, ορίζοντας ως εφικτές εκείνες που αναπτύσσονται στα πλαίσια της δεδομένης αφήγησης, επικυρώνονται από την καθεστηκυία τάξη και δεν είναι τίποτα περισσότερο από φερέφωνα της εμπορευματοποιημένης ηθικής. Αντίθετα, οι ανέφικτες ενυπάρχουν σε μια δυνητική αφήγηση, πιο ελεύθερη από τιμωρίες, επικυρωμένες και αυτές από την αντίστοιχη, πιο ελεύθερη, καθεστηκυία τάξη (καθότι αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι μιας αφήγησης) και μεταφράζονται ως ψυχοσωματική ανάγκη για νοηματοδότηση της ύπαρξης. Πέρα από τον ορισμό που μόλις δώσαμε, η μεγάλη διαφορά τους έγκειται στην αίσθηση του κορεσμού και της αντικατάστασης. Συγκεκριμένα, η εφικτή επιθυμία από τη στιγμή που θα εκπληρώσει τον στόχο της νιώθει ότι η αποστολή της τελείωσε και έχει την ανάγκη να αντικατασταθεί. Αυτό σημαίνει, πρακτικά, ότι οι εφικτές επιθυμίες είναι μεταξύ τους αμοιβαία αποκλειόμενες. Δύσκολα επιβιώνει η μία δίπλα στην άλλη και έχουν ορισμένα χρονικά πλαίσια –ακόμα και αν δεν εκπληρωθούν. Από την άλλη μεριά, η ανέφικτη επιθυμία έχει μια τάση ακόρεστη και αυτό συμβαίνει γιατί η αποστολή ποτέ δεν εκπληρώνεται. Η συνεχόμενη ανάγκη για διείσδυση στην εμπειρία της γνώσης και της απόλαυσης προκαλεί μια αίσθηση έλλειψης, καθώς το βάθος είναι ατέρμονο, το σύμπαν είναι άπειρο. Στην έλλειψη, όμως, θέλει να προσθέσει και έτσι δημιουργεί νέες ανέφικτες επιθυμίες για να διασταυρωθούν οι εμπειρίες και να ενσωματωθούν η μία στην άλλη. Έτσι, οι ανέφικτες επιθυμίες συνυπάρχουν ταυτόχρονα και ακόρεστα, το παιχνίδι συνεχίζεται και αυτός ο οργασμός εμπειρίας που έχει προκύψει, ψάχνοντας να βρει τις νέες δομές που θα συνθέσουν όλες μαζί τη δικιά του προσωπική αφήγηση, καταλήγει, εν τέλει, σε αποδόμηση των όσων γνώριζε μέχρι τώρα. Η διαδικασία αυτή θυμίζει, λίγο πολύ, τις δομές που συνθέτουμε μέσω της διακειμενικότητας. Πάνω σε αυτή τη βάση, για να καταλήξουμε στην αποδόμηση της μονοδιάστατης εμπειρίας μέσω των δομών, σημαίνει ότι συναντήσαμε στην πορεία πολλές ερμηνείες, πολλές αλήθειες, πολλά σημαινόμενα, σε αντιδιαστολή με την εφικτή επιθυμία, η οποία λόγω του γραμμικού αιτιοκρατικού άξονα έχει μια ερμηνεία, μια αλήθεια, ένα σημαινόμενο. Αν, λοιπόν, η τέχνη, ως σημειωτικό σύστημα, επιδέχεται πολλές ερμηνείες, διαφορετικές αναγνώσεις ακόμα και από το ίδιο το υποκείμενο, αναζητά την ελευθερία απαλλαγμένη από όπλα αντί να πολεμάει συνέχεια με αυτά τους φόβους της, στοχεύει στη μεγιστοποίηση της εμπειρίας και της γνώσης μέσω της αντίληψης, της κρίσης και του πάθους, σε αφήνει να επιλέξεις εσύ τι θα δομήσεις και τι θα αποδομήσεις, δεν επεμβαίνει στον οργασμό σου, μονάχα θυμίζει να ψάχνεις άλλες ανέφικτες επιθυμίες αν κάπου χάσεις τον δρόμο, υπαγορεύει το μυσταγωγικό, το μετέωρο, (κάτι σαν τον πίνακα του Μουνκ «η επόμενη μέρα» που δεν γνωρίζεις αν πέρασες καλά το προηγούμενο βράδυ..), την αμφισημία, τα σημαντικότερα κίνητρα για να συνεχίσεις την εξερεύνηση σε αντίθεση με την εφικτή που σου έχει σε σκονάκια τις απαντήσεις, επιτάσσει εντολέα τον έρωτα και εντολοδόχους τις αισθήσεις, ποιος άλλος, λοιπόν, αν όχι η τέχνη, είναι ο καταλληλότερος αρωγός για την πραγμάτωση αυτής της εσώτερης ανάγκης; Εν κατακλείδι, με αφορμή την Ιθάκη του Καβάφη, αν ορίσουμε την ελευθερία ως μια ώσμωση ηδονών και εμπειριών (γνώσης και απόλαυσης), πρέπει να πετάξουμε τα όπλα (άμυνες) που μάχονται τα τέρατα (εσωτερικοί φόβοι), γιατί οι ακούσιες εμμονές του μυαλού καταλήγουν σε πραγματικές πληγές που δύσκολα επουλώνονται. Χωρίς όπλα, λοιπόν, μάχη δεν υφίσταται και αυτό επιτυγχάνεται σε μεγάλο βαθμό μόνο μέσω της τέχνης, το μπουντουάρ της ψυχής μας.

Αναγνωρίσαμε το πρόβλημα, αναγνωρίσαμε την ανέφικτη επιθυμία μέσω της αποδόμησης των όσων μας έμαθαν και είμαστε έτοιμοι για το τρίτο και τελευταίο βήμα, την υλοποίηση της πραγματικής ανάγκης. Ας μην ξεχνάμε ότι πυρήνας μιας κουλτούρας είναι η επιρροή, η μίμηση και η υιοθέτηση. Κάτι σαν την εξωτερική οικονομία που απολαμβάνουμε τα οφέλη χωρίς να πληρώνουμε (π.χ. απολαμβάνουμε τον περιποιημένο κήπο του γείτονα χωρίς να έχουμε συμβάλλει σε αυτόν. Οι εξωτερικές οικονομίες και επιβαρύνσεις αποκλίνουν από την αριστοποίηση Pareto και θεωρούνται μία από τις ατέλειες της ελεύθερης αγοράς), έτσι και στην τέχνη μπορούμε να συμμετέχουμε είτε ως δρώντα πρόσωπα (φτιάχνουμε κήπο) είτε ως θεατές της (απολαμβάνουμε τον κήπο). Η διαλεκτική που προκύπτει από το μοντέλο «δρων πρόσωπο-θεατής», αρνείται τους περιορισμούς που επιφέρει η ύλη, αναπτύσσοντας, έτσι, και στους δύο πόλους, την ανάγκη για νέες ανέφικτες επιθυμίες, πράγμα που είναι και το ζητούμενο. Καθότι η καθεστηκυία τάξη μετασχηματίζεται μόνο με αθροιστικές εμπειρίες (όπως αντίστοιχα και ο συλλογικός φόβος), η ποσοτική εισαγωγή –μέσω της προαναφερθείσας διάδρασης- νέων υποκειμένων με ανέφικτες επιθυμίες θεωρείται απαραίτητη για την αποστολή της επόμενης γενιάς.

Ολοκληρώνοντας, παρατηρήσαμε ότι η θεωρία των 3Κ είναι ένας ατέρμονας βρόχος χαμένου οράματος και η επαλήθευση αυτής της βεβαιότητας προκύπτει μέσα από την διαχρονικότητά του. Ο βρόχος αλλάζει μορφή και κατεύθυνση μόνο αν επέμβουμε στο στάδιο 1, στην καθεστηκυία τάξη. Επέμβαση που μπορεί να πραγματοποιήσει η επόμενη γενιά μέσω της διαλεκτικής σχέσης μεταξύ κοινωνικοοικονομικής πολιτικής, φιλοσοφίας και τέχνης.

Δεν ξέρω αν ποτέ θα καταφέρουμε να φτάσουμε στο ιδανικό ποσοστό, εκείνο που θα κάνει την αντιστροφή φόβου-ελευθερίας. Το μόνο που μπορώ να σου πω είναι ότι αν ερωτευόσουν περισσότερο, θα είχες ένα καλό κίνητρο για να ξεκινήσεις από το βήμα ένα: την αναγνώριση του προβλήματος.

 

Θα κλείσω με ένα ποίημα της Έλενας Τσιώλη·

πώς θα μπορούσε να κλείσει καλύτερα αυτό το άρθρο, αν όχι με ποίηση;

 

Υποφωτισμένο Μπουρλέσκο

 

Μαγεμένα αυτιά χοροπηδούν

στα πλήκτρα ξεκούρδιστου πιάνου,

τραβούν απ’ την ουρά του σπασμένες μελωδίες.

Αιωρούμενες σκιές ψιθυρίζουν τραγούδια,

σε λίγο θ’ ακουστούν

(δεν πρέπει να φανούν).

Φώτα! Όχι πολύ δυνατά

– ένδειξη σεβασμού προς το ρυτιδιασμένο σανίδι –

κλέβουν λίγη απ’ την κοκκινάδα

των σεμνότυφων λαμπατέρ.

Ασπρόμαυρα μάτια καταναλώνουν με μανία

πινελιές μακιγιάζ που αβίαστα τα υποτάσσουν·

απαλλάσσουν τις χορεύτριες απ’ το περιττό σατέν,

φοράνε τη γυαλάδα του για φίλτρο.

Να κι ο ακροβάτης!

Ντυμένος φαντεζί περιτυλίγματα

παυσίπονων ζαχαρωτών

κουλουριάζει τις αρθρώσεις του,

πηδάει ως το ταβάνι… Ω!

Σε νότα παρατεντωμένης χορδής

ισορροπεί ντουέτο κωμικών·

κάτω από τραγικά ημίψηλα

επιστρατεύουν φανφάρες για φινάλε

(ουδέν γέλιο θα γλιτώσει).

Πίσω απ’ την κουίντα,

στο ήρεμο βελούδο της αφάνειας,

κρυφοκοιτάζει ο θιασάρχης,

χαϊδεύει την κοιλιά του

– καλοζυγισμένη παράσταση κι απόψε.

Η νύχτα συμπυκνώνεται σε σύννεφο παύσης

– πρελούδιο επερχόμενης βροχής –

κουρασμένα προσωπεία ετοιμάζονται για πτώση

στη βροντή του χειροκροτήματος.

Τα φώτα δυναμώνουν, οι σκιές αγριεύουν,

φόβος ανεβαίνει στη σκηνή.

Ο πένθιμος απόηχος του θαυμασμού

γλιστράει ως την έξοδο,

γίνεται κραυγή,

σβήνει και σφραγίζει.

Σ.Γ.

Επικοινωνήστε μαζί μας!

info@envivlio.com

mob : 6944018135

  • Instagram
  • Black Facebook Icon
  • Black Twitter Icon