Αυτό που εγώ ονομάζω "Λήθη"Laurent Mauvignier | Εκδόσεις Άγρα (Μετάφραση : Σπύρος Γιανναράς )

«Είναι κρίμα να πεθαίνει κανείς για μερικά κουτάκια μπύρας».

   Πώς ξεκινάς μια κριτική για ένα βιβλίο που σε καθήλωσε; Που έμεινες μετά το τέλος του να κοιτάς το υπερπέραν και να ζυγίζεις τη ζωή σου; Τόσο η μοναξιά, τόσο η αποξένωση, τόσο η αγριότητα, τόσο η αθλιότητα, τόσο η αδιαφορία, τόσο ο εγωκεντρισμός. Πόσα ζύγια με αρνητικό πρόσημο ακόμη;

   Το βιβλίο «Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη», του Laurent Mauvignier, είναι ένα βιβλίο που στηρίζεται σε ένα αληθινό γεγονός που συνέβη στη Λυών το Δεκέμβριο του 2009. Ένας άντρας, έκλεψε λίγα κουτάκια μπύρας από ένα σούπερ μάρκετ και οι φύλακες του καταστήματος τον ξυλοκόπησαν μέχρι θανάτου.

   Ο αφηγητής είναι τριτοπρόσωπος και μας βάζει στην ιστορία μέσα από πλάγιο λόγο, ρίχνοντας μας στα βαθιά. Οι ήρωες δεν έχουν ονόματα, αλλά ιδιότητες : είναι το θύμα, οι άνθρωποι της ασφάλειας κ.α.

   Ένιωσα ένα μεγάλο «αν» πίσω απ’ αυτό το βιβλίο. Αν ο κόσμος δεν ήταν έτσι, αν ήμασταν πιο συμμετοχικοί, αν δεν αδιαφορούσαμε, αν δείχναμε αγάπη, συμπόνια ο ένας για τον άλλον, αν αποδεχόμασταν τον δίπλα μας, τον αδερφό μας, αυτός ο άνθρωπος δεν θα είχε χαθεί- όπως και τόσοι άλλοι που χάνονται καθημερινά. Όμως περνάμε όλα τα σημαντικά στη λήθη και μένουμε να ασχολούμαστε με τα ασήμαντα: με τις καθημερινές υποχρεώσεις, τα τρεχάματα, όλα αυτά που τα λέμε ζωή, αλλά είναι στ΄ αλήθεια ζωή; «[…]ο θάνατός μου δεν είναι το πιο θλιβερό γεγονός της ζωής μου, αυτό που είναι θλιβερό στη ζωή μου είναι αυτός ο κόσμος με τους φύλακες και τους ανθρώπους που αγνοούν ο ένας τον άλλον[…]», λέει ο Mauvignier σε ένα κείμενο μοντέρνο, που θυμίζει εσωτερικό μονόλογο, που ακολουθεί μια ροή συνείδησης, μιας συνείδησης που είναι ακόμα ξύπνια και μας ξυπνά κι εμάς. Το κείμενο γραμμένο απλά, χωρίς κάποια δυσκολία στη γλώσσα, χωρίς περίτεχνες φράσεις και καλλωπιστικά στοιχεία, είναι ρεαλιστικό και λυρικό μαζί. Ο εσωτερικός του ρυθμός είναι σχεδόν τραγουδιστικός. Δεν είμαι σίγουρη αν είναι ένα τραγούδι επαναστατικό ή ένα μοιρολόι. Ίσως να είναι και τα δυο μαζί.

   Το «Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη», διαβάζεται με μια ανάσα, έχει μία και μοναδική τελεία, όταν τελειώνει-μετά από εξήντα σελίδες δηλαδή. Το κείμενο είναι βγαλμένο από τη ζωή που δεν έχει τελείες μα έχει ακολουθίες και ερωτηματικά. Το αμετάκλητο του θανάτου είναι για τον πρωταγωνιστή το μόνο τέλος το οποίο δεν έχει τελεία, γιατί αυτοϋπονομεύεται από τον συγγραφέα. Και εμείς θυμόμαστε ότι έχουμε επιτρέψει στους εαυτούς μας να ζούμε σε μια λήθη… άρα να χάνουμε την ζωή μας την ίδια, του λόγους της ύπαρξης μας, την ανθρωπιά μας.

   Δεν ξέρω τι άλλο θα έπρεπε να γράψω. Στο επίμετρο του Σπύρου Γιανναρά (ο οποίος είναι και ο μεταφραστής) διαβάζουμε μια πολύ ωραία ανάλυση του κειμένου, που έχει περισσότερο ενδιαφέρον από τα δικά μου λόγια. Όμως σαν αναγνώστης, σαν άνθρωπος που αγαπά το καλό βιβλίο, ήθελα να γράψω κάτι γι'αυτό. Σίγουρα θα το έχω στο μυαλό μου και στην καρδιά μου για πολύ καιρό και σίγουρα είναι ένα βιβλίο που το προτείνω ανεπιφύλαχτα.

Ε.Γ.

Έφη Γεωργάκη

Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης "Ράμπα"

BA in European Culture Studies

MSc in Creative Writing