top of page

ἐν βιβλίῳ

Στιγμιότυπο 2020-02-22, 14.50.42.png

Ηρακλειδών 29, Θησείο 118 51, Αθήνα, 211 1189584

Ε   Κ   Δ   Ο   Σ   Ε   Ι   Σ

IMG_1275.jpg

Στο μικρό κορίτσι
Που κάθε μέρα μου χαρίζει
ένα γυαλιστερό κόκκινο μήλο.


 

Ήταν κάποτε ένα βιβλίο διαφορετικό από όλα τ’ άλλα. Ένα βιβλίο που
πετούσε. Φτερά δεν είχε, ούτε έλικες, μήτε κάποιον κρυφό μηχανισμό
που να το κάνει ιπτάμενο. Κανείς δεν γνώριζε από που ερχόταν, ούτε
που πήγαινε ή από ποια μέρη είχε περάσει. Ακόμα και το ίδιο δεν
φανταζόταν τον επόμενο προορισμό του και σίγουρα δεν είχε ιδέα
ποιος θα ήταν ο επόμενος συνταξιδιώτης του. Άγνωστο πώς, το βιβλίο εκείνο, λες κι ήταν ένα μαγικό χαλί, ταξίδευε στους αέρηδες και στα σύννεφα, έβλεπε δίχως να έχει μάτια, άκουγε δίχως να έχει αυτιά, τα παρατηρούσε όλα μα κυρίως τα ένιωθε όλα. Και ... έγραφε.

 

«Μα πώς είναι δυνατόν να πετάει στα σύννεφα τούτο το βιβλίο;
Ποιος τόπος μαγικός το γέννησε και του ‘δωσε δυνάμεις;»
«Απ’ την Αλεξάνδρεια θα ‘ρχεται, που ‘χει Βιβλιοθήκη ξακουστή!»
«Φαίνεται σαν το παλιότερο βιβλίο του κόσμου και της γης
ολάκερης».


Κανείς δεν μπορούσε να πει με σιγουριά ποιος το είχε γράψει, ποιος είχε φροντίσει να ράψει με μεταξωτή κλωστή τις ξεχωριστές σελίδες του, ποιος είχε λειάνει το λεπτό σανίδι που της αγκάλιαζε και είχε ντύσει το εξώφυλλό του με δέρμα και μπλε βελούδο. Όσοι τυχεροί ταξίδευαν μαζί του, δεν μπορούσαν να εξηγήσουν με λόγια την μαγική διαδρομή τους πάνω στις καμπυλωτές του σελίδες, που σαν μαξιλάρι ο καθένας τους ακουμπούσε τις σκέψεις και τις αναζητήσεις του. Μήτε κανείς κατάφερνε να δείξει πάνω στον χάρτη, με βεβαιότητα, το μέρος που είχε επισκεφθεί. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι η ζωή τους άλλαζε για πάντα έπειτα από κάθε ταξίδι, με το βιβλίο που πετούσε. Όλοι όμως οι ταξιδευτές είχαν ένα σημαντικό κοινό μεταξύ τους: καταλάβαιναν ο ένας τον άλλον κι ας ήταν από άλλη χώρα, κι ας είχαν διαφορετικό φύλο ή ηλικία ή κοινωνική τάξη. Μια μέρα, το βιβλίο, με τις σελίδες του διάπλατα ανοιχτές, πλανιόταν εκεί που τα σύννεφα ακουμπούν τις κορυφές των βουνών. Τότε άκουσε πίσω του μια παράξενη φωνή.


«Ε, εσύ! Για πού το ‘βαλες κι έχεις φτάσει στα μέρη μας; Μήπως
έχασες το δρόμο σου κι αναζητάς βοήθεια;»


Το βιβλίο, λικνίστηκε αριστερά και δεξιά, πήρε μια στροφή κι αντίκρυσε ένα σμήνος από αγριόχηνες που πετούσαν σε σχηματισμό βέλους. Η αρχηγός τους, πρώτη στη σειρά, περίμενε με ενδιαφέρον την απάντησή του.
 

«Πάω σε τόπους φωτεινούς ή σκοτεινούς, σε μέρη ξερά σαν τη
στέπα ή ολόδροσα σαν την όαση του Νείλου, σε εύφορα λιβάδια
ή απότομα φαράγγια. Πάω εκεί που μ’ έχουν ανάγκη πιο πολύ».
«Καλό σου ταξίδι λοιπόν», ευχήθηκε με καλοσύνη η αγριόχηνα
και σύντομα χάθηκε στα σύννεφα.


Εκείνο, συνέχισε την πορεία του, έχοντας για φτερά σελίδες από πάπυρο, περγαμηνές και λινό. Χαμήλωσε κι έγινε ένα με το χώμα, σε χωράφια σπαρμένα με στάρι και αραβόσιτο. Χάιδεψε τα ξανθά στάχυα, πέταξε πάνω από χωριά με πέτρινα σπίτια και ξύλινα παράθυρα, πάνω από στάβλους κι αγροικίες. Έφθασε έτσι, σε έναν καταπράσινο λόφο. Στην άκρη του, δέσποζε μεγαλοπρεπές κι επιβλητικό, ένα κάστρο, με πανύψηλους πύργους και πολεμίστρες. Το βιβλίο, στάθηκε μια στιγμή να θαυμάσει την ομορφιά. Ένιωσε όμως δυο μάτια να το παρατηρούν έντονα, πάνω από ένα ξύλινο στύλο.


«Με τι σκοπό έρχεσαι στο κάστρο και ποιον αναζητάς;» είπε ένα
μεγάλο γεράκι με ερευνητικό ύφος.
«Το μόνο που θέλω, είναι να ξαποστάσω για λίγο από τα μακρινά
ταξίδια μου και ν’ απολαύσω την ομορφιά τούτης της γης»
αποκρίθηκε θαρραλέα το βιβλίο.
«Πες μου τότε, τι είναι αυτό που απολαμβάνεις πιο πολύ όταν
ταξιδεύεις;» ρώτησε αυστηρά το γεράκι.
Το βιβλίο, σκέφτηκε για λίγο και μετά απάντησε: «Απολαμβάνω κάθε
εύκολη ή δύσκολη διαδρομή, κάθε μουντή ή ηλιόλουστη πόλη. Μα πιο
πολύ απολαμβάνω την παρέα των συνταξιδιωτών μου κι ας είναι συχνά
εκείνοι μελαγχολικοί κι ανήσυχοι».
«Καλό σου ταξίδι λοιπόν», είπε το γεράκι ικανοποιημένο και
χάθηκε πίσω από το κάστρο.


Οι μέρες κύλησαν γρήγορα κι ένα κρύο πρωινό, στην καρδιά του χειμώνα, πριν καν χαράξει το φως του ήλιου απ’ την Ανατολή, το βιβλίο, πετούσε αβίαστα μέσα στην νοτερή ομίχλη των ορεινών χωριών. Παρατήρησε τότε ένα νεαρό, αδύνατο αγόρι με χέρια μακριά και πόδια ακόμη μακρύτερα. Φορούσε μια φαρδιά μπλε φόρμα σαν αυτή που φορούν οι εργάτες και περπατούσε με βήμα βαρύ και κουρασμένο κι ας ήταν το σώμα του λεπτό σαν κλαρί. Στο χέρι βαστούσε ένα μικρό, σκουριασμένο φανάρι με καπνισμένα τζάμια. Η φλογίτσα από το κερί του ίσα που έφεγγε. Σύντομα, το αγόρι ενώθηκε με άλλους άντρες, που όλοι μαζί, στη σειρά σχεδόν, πήγαιναν προς το κοντινό ορυχείο, αμίλητοι. Ο παγωμένος βοριάς φύσηξε και το παιδί έσφιξε το πανωφόρι πάνω του, με το κεφάλι σκυφτό, κόντρα στον αέρα. Ούτε που πήρε είδηση το βιβλίο που πετούσε και το πλησίαζε όλο και περισσότερο. Όταν εκείνο προσγειώθηκε τελικά μπροστά του, το αγόρι κοίταξε με ύφος απορημένο.


«Φαίνεσαι κουρασμένος. Τι θα έλεγες να ξεκουραστείς για λίγο
στις φτερούγες μου;» τον ρώτησε το βιβλίο.

 

Το παιδί, πρόθυμα, ακούμπησε το σώμα του στα απαλά φύλλα κι αναστέναξε με ανακούφιση. Μια γλυκιά ζέστη πλημμύρισε το κορμί του και γρήγορα αποκοιμήθηκε, παραδομένο σε βαθύ ύπνο. Το βιβλίο συνέχισε να ταξιδεύει ήρεμα, μέχρι που ακούστηκαν χαρούμενες φωνές και γέλια παιδικά. Το αγόρι τότε ξύπνησε και αντίκρυσε με έκπληξη, μια μεγάλη χωμάτινη αλάνα, γεμάτη αγόρια και κορίτσια. Έπαιζαν «μήλα» με μια γυαλιστερή κόκκινη μπάλα, έτρεχαν και γελούσαν. Τα μάγουλά τους ήταν αναψοκοκκινισμένα από τον ενθουσιασμό και τη λαχτάρα εκείνη που νιώθουν μόνο όσοι παίζουν.


«Έλα, παίξε μαζί μας!» τον προσκάλεσαν τα παιδιά.
Το αγόρι γλίστρησε απ’ τη ράχη του βιβλίου και με βήμα ελαφρύ και
γοργό αυτή τη φορά, ενώθηκε μαζί τους. Τα μάτια του έλαμπαν από
χαρά.
«Σ’ ευχαριστώ φίλε μου. Καλό ταξίδι να ‘χεις!» φώναξε στο
βιβλίο κουνώντας του ζωηρά το χέρι.

Εκείνο του χαμογέλασε και συνέχισε να πετά.


Δεν άργησε να φτάσει σε μια αγροικία με έναν πέτρινο φράχτη γύρω
της. Στην αυλή, παρατήρησε μια γυναίκα που καθόταν σε μια παλιά ξύλινη καρέκλα κι έραβε. Μπάλωνε επιδέξια την δαντελωτή της ποδιά που άστραφτε, ολόασπρη και καθαρή. Κι όσο έραβε, σιγοτραγουδούσε. Αφουγκράστηκε έτσι το βιβλίο τη λαχτάρα της και την πλησίασε. Η γυναίκα κατάλαβε. Έκλεισε τη βελόνα και την κλωστή σ’ ένα μικρό κουτί, το έχωσε στην τσέπη της και χωρίς δεύτερη σκέψη, σκαρφάλωσε στις σελίδες του βιβλίου. Σύντομα την περίμενε μια απρόσμενη έκπληξη. Η χαρά κι η συγκίνηση που την πλημμύρισαν όταν αντίκρυσε την κόρη και τον γιο της, που την πρόσμεναν εδώ και χρόνια, ήταν απερίγραπτη.


«Πω πω! Πόσο μεγαλώσατε, πόσο ψηλώσατε γλυκά μου παιδιά!»


Η αγκαλιά της, γέμισε με αγάπη και τα μάτια της βούρκωσαν από χαρά. Δάκρυα χαράς κύλησαν κι από τα μάτια των παιδιών. Εκείνη, τα σκούπισε απαλά με την ολόασπρη ποδιά της και τα φίλησε στοργικά. Το βιβλίο, ικανοποιημένο, έκανε έναν κύκλο γύρω τους να τους χαρεί και μετά, δίχως βιασύνη, προχώρησε για νέα μέρη. Έπειτα από αρκετές μέρες, καθώς περιπλανιόταν ανάμεσα στα σύννεφα, βρέθηκε σ’ ένα χωριό γεμάτο λάσπη και σκουπίδια. Οι κάτοικοι φορούσαν ρούχα σκονισμένα και περπατούσαν με τα μάτια μισόκλειστα. Ήταν τόση η σκόνη γύρω, που είχε κρύψει ακόμα και το φως του ήλιου. Σε μια στροφή του δρόμου, παρατήρησε έναν άντρα που καθόταν σε κάτι πέτρινα σκαλοπάτια. Ο άντρας, αν και ντυμένος φτωχικά, σκούπιζε και ξανασκούπιζε τα γυαλιστερά παπούτσια του, με μανία. Το βιβλίο κοντοστάθηκε παραξενευμένο και τον ρώτησε: «Γιατί γυαλίζεις τα παπούτσια σου ενώ τριγύρω έχει τόσο χώμα και λάσπη;»

«Τα καθαρίζω και τα γυαλίζω επειδή αυτό ξέρω να κάνω καλά. Ήμουν τσαγκάρης αλλά στο μαγαζί μου δεν έρχεται κανείς πια για να φροντίσω τα παπούτσια του».

«Έλα μαζί μου και θα σε πάω σε μέρος με ολοκάθαρο ουρανό και ήλιο αστραφτερό».
Έτσι κι έγινε.

Με τον καιρό, η φήμη του βιβλίου που πετούσε, έκανε το γύρο του κόσμου. Όλοι έψαχναν έναν τρόπο να το δουν από κοντά και να ακουμπήσουν τις μαγικές σελίδες του. Εκείνο φυσικά δεν ξεγελιόταν από πονηρά τεχνάσματα ή ψεύτικα καλέσματα. Εμφανιζόταν μόνο εκεί όπου το είχαν πραγματικά ανάγκη. Η ιδιόμορφη δύναμή του, δεν πέρασε απαρατήρητη από τον ισχυρότερο Άρχοντα της Γης. Τον κυρίευσε βαθιά ανησυχία χωρίς να ξέρει το λόγο. Το σίγουρο ήταν πως όσοι ταξίδευαν με το βιβλίο που πετούσε, αποκτούσαν σκέψη διαφορετική από τους υπόλοιπους κι εκφράζονταν με σοφία, ειλικρίνεια και καλοσύνη.


«Πρέπει να το καταστρέψω μια και καλή!» ψιθύρισε με πείσμα.


Περπατούσε πέρα δώθε με τις ψηλές καλογυαλισμένες μπότες του κι ανακάτεψε τα μαλλιά του σκεπτικός. Έστυψε το μυαλό του μέχρι που του ‘ρθε μια ιδέα. Σκέφτηκε, πως αφού το βιβλίο ταξίδευε στα σύννεφα, σε νερά κι ωκεανούς, σε λιβάδια και βουνά, τότε κι εκείνος θα φρόντιζε να στείλει στο δρόμο του μία τόσο σφοδρή και αναπάντεχη καταιγίδα, που θα το κατέστρεφε εντελώς. Καθόλου δεν τον ένοιαζε πόσο καιρό ή κόπο θα σπαταλούσε γι’ αυτό τον σκοπό. Αρκεί να το εξαφάνιζε μια για πάντα από προσώπου γης. Πέρασε πράγματι πολύς καιρός. Ο Άρχοντας πια είχε αρχίσει να γερνά. Παρόλα αυτά συνέχιζε αδιάκοπα το σχέδιό του. Έφτιαξε όχι μία αλλά πολλές μηχανές, που η δύναμή τους ήταν ικανή να γεννήσει σαρωτικούς ανέμους, καταρρακτώδεις βροχές και χιλιάδες κεραυνούς. Έτσι, μια μέρα σαν όλες τις άλλες, καθώς το βιβλίο συνέχιζε το ταξίδι του, ήταν γραφτό να έρθει αντιμέτωπο με την πιο μανιασμένη καταιγίδα που είχε συναντήσει ποτέ του. Πλήθος από σύννεφα βαριά και μαύρα, συγκεντρώθηκαν στον ουρανό και τον κάλυψαν από μεριά σε μεριά. Κεραυνοί κι ατελείωτες αστραπές σάρωσαν το θόλο της γης και έφεραν βροχές αδιάκοπες κι ορμητικές. Οι άνεμοι, λες κι άνοιξαν εκατό ασκοί του Αιόλου, λυσσομανούσαν σε θάλασσα και στεριά, στροβιλίζοντας στο πέρασμά τους βάρκες, δέντρα και τεράστια κλαδιά ακόμη και πλοία και σκεπές σπιτιών. Φούσκωσαν τα ποτάμια, ξεχείλισαν οι λίμνες, έσπασαν λες κι ήταν από γυαλί τα φράγματα. Το φουρτουνιασμένο νερό παρέσυρε τα πάντα στο πέρασμά του. Μάταια το βιβλίο προσπάθησε να βρει καταφύγιο στους κορμούς αιωνόβιων πλατάνων ή κάτω από στιβαρά γεφύρια. Ο αέρας το χτυπούσε αλύπητα, η αδυσώπητη βροχή μούσκεψε τις σελίδες του ώσπου που τις διέλυσε εντελώς. Η μεταξωτή κλωστή που τις κρατούσε ενωμένες κόπηκε κι αυτή. Τα πλατάνια ξεριζώθηκαν και τα πέτρινα γεφύρια θρυμματίστηκαν. Το βιβλίο, ένιωθε να χάνει τη δύναμή του καθώς τα γράμματα τρεμόπαιζαν πάνω στα κομμάτια από τις βρεγμένες σελίδες, μέχρι που έγιναν αχνά κι εξαφανίστηκαν. Το βιβλίο έπεσε στα λασπόνερα, αποκαμωμένο και καταταλαιπωρημένο, με το βελούδινο εξώφυλλό του σκισμένο και λερωμένο λες κι ήταν κουρέλι. Έμεινε εκεί κατάχαμα, σαστισμένο κι αναλογιζόταν ένα μονάχα πράγμα: πώς θα βρει νέους τρόπους να πάει σε αυτούς που το είχαν ανάγκη πιο πολύ. Γιατί η καταιγίδα αυτή δεν χτύπησε ανελέητα μόνο το ίδιο, μα και ολάκερη τη γη κι όλα τα πλάσματά της, ανθρώπινα και μη. Σάρωσε τα καταφύγια και τις φωλιές των ζώων, ισοπέδωσε τις σοδειές των χωρικών και διέλυσε τα σπίτια τους. Κι όταν η φοβερή καταιγίδα κόπασε, επειδή οι καταιγίδες δεν κρατούν για πάντα, τότε έγινε κάτι απίστευτο. Ένας ένας, όλοι όσοι είχαν ταξιδέψει στην πλάτη του βιβλίου που πετούσε, συγκεντρώθηκαν και μάζεψαν προσεκτικά τα κομμάτια του. Άρχισαν να γράφουν νέες σελίδες με ό,τι πολύτιμο είχε κρατήσει ο καθένας τους φυλαγμένο στην καρδιά του.


«Ας ράψουμε με καινούρια μεταξωτή κλωστή, τα σκισμένα
κομμάτια», είπε το αγόρι κι αμέσως η γυναίκα με την αστραφτερή
ποδιά, ξεκίνησε το ράψιμο.
«Ας καθαρίσουμε το λερωμένο εξώφυλλο», είπε ο άντρας με τα
γυαλιστερά παπούτσια κι όλοι έπιασαν δουλειά.

Γέμισαν έτσι ξανά όλες οι σελίδες, κι εκείνο, άρχισε να ανασαίνει και να
βρίσκει τις χαμένες του δυνάμεις. Τότε όλοι γύρω του έστησαν γαϊτανάκι κι άρχισαν χορό. Τραγούδησαν μαζί και οι φωνές τους ακούγονταν καθάριες σαν πηγή. Η καρδιά του βιβλίου, σκίρτησε από χαρά κι ευγνωμοσύνη. Αποφασιστικά, άνοιξε τις φρεσκογραμμένες σελίδες του, ανασηκώθηκε και πέταξε πάλι, ψηλά στα σύννεφα, σαν αετός. Σε εκείνο το ξέφωτο, δεν ήχησαν ποτέ ξανά τύμπανα πολέμου. Όσο για τον Άρχοντα, λένε πως τον κατάπιε το ίδιο του το μίσος και κανείς δεν τον ξαναείδε πια.

​Δέσποινα Νάσσου

bottom of page