Επειδή είναι Χριστούγεννα...

   Ήταν αργά το βράδυ- κάπου περασμένες έντεκα. Η Φανή κρατούσε το κεφάλι της με τα δυο της χέρια. Βρισκόταν σε απόγνωση για άλλη μια φορά. Δεν είχε καταφέρει να κάνει ούτε τα μισά απ’ αυτά που ήθελε εκείνη την ημέρα και ένιωθε το κεφάλι της να γυρίζει. Τα παιδιά είχαν κοιμηθεί πριν λίγο αλλά δεν είχε το κουράγιο να μείνει άλλο ξύπνια. Είπε ένα ξέπνοο «καληνύχτα» στον άντρα της και έσυρε τα πόδια της ως το κρεβάτι.

     Το ξυπνητήρι χτύπησε γνώριμα στις έξι. Σηκώθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη και έβαλε μια χοντρή ζακέτα. Το σπίτι ήταν παγωμένο και η θέρμανση σβηστή. Πάτησε το μικρό διακόπτη και μονολόγησε: «Εμ βέβαια, ο Χρήστος δεν μπορούσε να το σκεφτεί!». Ετοίμασε στην κουζίνα το πρωινό και έβαλε μια κούπα αχνιστό καφέ. Κάθε γουλιά τη γέμιζε παρηγοριά. Σε λίγο η μικρή Ελίζα της ζήτησε να της πλέξει τα μαλλιά και ο Γιώργος την κοιτούσε χωρίς να έχει ακόμα αγγίξει το μπολ με τα δημητριακά.

      «Ξεκίνα να τρως! Θα αργήσουμε πάλι», του μίλησε απότομα για να τον παρακινήσει αλλά δεν κατάφερε και πολλά.

Ο Χρήστος εμφανίστηκε καθυστερημένα.

      «Καλημέρα» είπε σε όλους και ανακοίνωσε βιαστικά ότι φεύγει.

      «Μαμά, εμείς πότε θα στολίσουμε; Κοντεύουν πια τα Χριστούγεννα! Όλοι στόλισαν» Η φωνή του Γιώργου βγήκε παρακαλετή.

      «Τελείωνε καμιά ώρα το πρωινό σου εσύ και άσε τα στολίσματα!» Έσπευσε η Φανή και άρχισε να φτιάχνει τη τσάντα της. «Σου υπόσχομαι αυτό το Σαββατοκύριακο…» του απάντησε μετά από λίγο και στο μικρό του πρόσωπο σχηματίστηκε ένα πλατύ χαμόγελο.

   Στις οχτώ και μισή είχε αφήσει τα παιδιά στο σχολείο και ξεκίνησε τον δικό της ανήφορο. Στο μαγαζί έτρεχαν απλήρωτοι λογαριασμοί, το εορταστικό ωράριο θα έμπαινε σε λίγες μέρες και η κοπέλα που είχε για βοηθό ήταν άρρωστη. Λίγο ακόμα και θα έβαζε τα κλάματα. Με μια βιαστική κίνηση τίναξε τα μαλλιά της πίσω και έβαλε δυνατά το ραδιόφωνο να ξεχαστεί.

   Η μέρα κύλησε και πριν καλά-καλά το καταλάβει, η Φανή ήταν πάλι κουλουριασμένη και σκυθρωπή. Στάθηκε στην ακρούλα της παιδικής κουκέτας, έδωσε από ένα φιλί στα παιδιά της και τους είπε «καληνύχτα».

      «Φανή!» Η φωνή του Χρήστου ακούστηκε απ’ το σαλόνι. Η Φανή πήγε κοντά του. «Τι θέλεις;» τον ρώτησε ανόρεκτα. Την κοίταξε διερευνητικά λίγο πριν μιλήσει. «Γιατί είσαι συνεχώς με μούτρα, μου λες;» Εκείνη δεν αποκρίθηκε κι ο Χρήστος συνέχισε «Λέξη δε σου παίρνουμε τον τελευταίο καιρό». «Είμαι κουρασμένη» απάντησε η Φανή. «Όλοι είμαστε…αλλά δεν γίνεται να συνεχιστεί αυτό». «Ποιο αυτό;» απάντησε σηκώνοντας το φρύδι η Φανή. «Νομίζω, καταλαβαίνεις πολύ καλά τι θέλω να πω. Κάθε μέρα είσαι και πιο απόμακρη, πιο λιγομίλητη.  Έχεις χάσει το χαμόγελό σου. Άλλες χρονιές, τέτοια εποχή, το σπίτι μας θα ήταν στολισμένο για τα Χριστούγεννα. Θα είχες ήδη φτιάξει γλυκά και θα είχες κιόλας αποφασίσει για τα δώρα των παιδιών. Δε μιλάω για τις ετοιμασίες που θα προγραμμάτιζες με πόση λεπτομέρεια για το καθιερωμένο χριστουγεννιάτικο τραπέζι, ανήμερα της γιορτής μου» σταμάτησε να μιλάει για μια στιγμή ο Χρήστος κι έπειτα συνέχισε: «Φέτος;». «Φέτος τι;» ανταπάντησε η Φανή. «Τι θα κάνουμε φέτος; Ποιους θα καλέσουμε; Οι γονείς μου με ρώτησαν τι να φέρουν για το τραπέζι» ο Χρήστος με διάθεση να βγάλει μια άκρη απ’ αυτή τη συζήτηση, τη ρώτησε με προθυμία. Η Φανή, ακίνητη όση ώρα μιλούσε ο Χρήστος, κοιτούσε το πάτωμα. Τα χέρια της ήταν σταυρωτά στο στήθος και είχε την στάση μικρού κοριτσιού που το μαλώνουν. «Μπορώ να σε βοηθήσω να τα προγραμματίσουμε μαζί» την ενθάρρυνε με ζεστή φωνή ο Χρήστος, που έδειχνε ανήσυχος για την αδράνεια της Φανής. «Ξέρω έχεις το μαγαζί…» ξεκίνησε πάλι να μιλάει αλλά τον διέκοψε η Φανή: «Το μόνο που θέλω είναι να φύγω». Τα λόγια της ήταν κοφτά. «Τι εννοείς;» απάντησε σαστισμένος ο Χρήστος. « Χρειάζομαι λίγες μέρες μόνη μου» επανέλαβε σταθερά η Φανή και τα υγρά μάτια της συνάντησαν το έκπληκτο πρόσωπο του Χρήστου. «Μα είναι μέρες γιορτής…» ψέλλισε ο Χρήστος. Η απάντηση της Φανής βγήκε απ’ το κλειστό της στόμα, καθώς γύρισε την πλάτη και πήγε προς το δωμάτιο «Δεν με νοιάζει ό,τι μέρες κι αν είναι».

   Οι μέρες πέρασαν και δεν άλλαξε ούτε η διάθεση της αλλά ούτε της ξαναέκανε κουβέντα ο Χρήστος. Σάββατο βραδάκι τη βρήκε να στέκεται με τα γόνατα στο χαλί και να  ξεμπερδεύει μια σειρά από λαμπιόνια. Η Ελίζα και ο Γιώργος χώθηκαν μέσα στις κούτες για να βγάλουν στολίδια για το δέντρο, τραβούσαν τις γιρλάντες για να τις ξεμπλέξουν, ξεφώνιζαν, γελούσαν και τα μάτια τους έλαμπαν από προσμονή. Ο Χρήστος περίμενε μέχρι να μπουν και τα τελευταία στολίδια για να ανακοινώσει κάτι σημαντικό «Έχω μια έκπληξη». Τα παιδιά σταμάτησαν να κοιτούν τα φωτάκια που αναβοσβήνουν και έστρεψαν το βλέμμα τους στον πατέρα τους. «Η μαμά θα ανοίξει το δώρο των Χριστουγέννων λιγάκι νωρίτερα φέτος!» είπε ο Χρήστος κρατώντας έναν φάκελο στο δεξί του χέρι. Η Φανή σηκώθηκε όρθια και έκπληκτη ρώτησε: «Τι είναι;». «Άνοιξε το!» της αποκρίθηκε ο Χρήστος. Η Φανή πήρε στα χέρια της τον φάκελο και τον άνοιξε προσεχτικά. Τα παιδιά κοιτούσαν με αγωνία, ενώ ο Χρήστος χαμογελούσε μελαγχολικά. «Εδώ έχει ένα εισιτήριο για Ρώμη… και γράφει το όνομα μου» τα έχασε, καθώς διάβαζε συλλαβιστά το όνομα της. «Τι είναι αυτό; Δεν καταλαβαίνω…» γύρισε το βλέμμα της στον Χρήστο και του ζήτησε να της εξηγήσει. «Πετάς για Ρώμη την παραμονή των Χριστουγέννων…η επιστροφή είναι ανοιχτή» τις τελευταίες λέξεις τις πρόφερε σιγανά. Η Ελίζα δεν καταλάβαινε. « Η μαμά θα φύγει μόνη της;» ζήτησε διευκρινήσεις και ο Χρήστος έσπευσε να της εξηγήσει ότι κάποιες φορές οι μεγάλοι κάνουν και πράγματα που φαντάζουν ακατανόητα στα παιδιά.

    Η παραμονή έφτασε και βρήκε την Φανή να ετοιμάζει μια μικρή σκούρα βαλίτσα. Χωρίς ιδιαίτερη περισυλλογή, έβαζε μέσα ό,τι έβρισκε μπροστά της- ένα γκρι πουλόβερ, ένα μαύρο τζιν- σχεδόν ό,τι διάλεγε ήταν σκούρο και θλιβερό. Στεκόταν και κοίταζε τα ρούχα, τη βαλίτσα, την αντανάκλαση του χλωμού προσώπου της στον μικρό στρογγυλό καθρέπτη απέναντι της. Ένας πλουμιστός καθρέπτης με περίτεχνο πλαίσιο στόλιζε μια λιτή συρταριέρα από κάτω. Άλλοτε ο βωμός της ομορφιάς και της γυναικείας ματαιοδοξίας της, είχε καλυφθεί πια από τα στοιβαγμένα ασιδέρωτα ρούχα, που περίμεναν μάταια τη σειρά τους για να τακτοποιηθούν. Δεν αναγνώριζε τον εαυτό της. Δεν διέκρινε τίποτα γνώριμο, παρά μόνο τη δίψα της να εξαφανιστεί. Με αποφασιστικές κινήσεις, έκλεισε τη βαλίτσα και την έσυρε μέχρι το σαλόνι. «Πρέπει να φύγω για το αεροδρόμιο» ανακοίνωσε διστακτικά στον Χρήστο. «Τα παιδιά δεν επέστρεψαν ακόμα απ’ τα κάλαντα;» τον ρώτησε. «Όχι, θα πάω να τα πάρω απ’ το σπίτι των φίλων τους πιο αργά, προς το μεσημέρι» της απάντησε. «Ίσως είναι καλύτερα έτσι… θα σας τηλεφωνήσω μόλις φτάσω» του είπε, προσπαθώντας να δείξει ότι έχει τον έλεγχο του εαυτού της. Ο Χρήστος με το βλέμμα του, της έγνεψε συγκαταβατικά. Η Φανή άνοιξε τη πόρτα και λίγο πριν φύγει του είπε: «Σε ευχαριστώ Χρήστο».

    Το αεροδρόμιο είναι κατάμεστο. Δυνατά φώτα από τις φωτεινές ενδείξεις, λαμπάκια στολίζουν τους γκισέδες και ένας ντυμένος Άι Βασίλης περιφέρεται μοιράζοντας διαφημιστικά. Η βουή, το σούρσιμο των αποσκευών, τα χαχανητά των παιδιών γεμίζουν τον χώρο και η Φανή αισθάνεται ολοένα και πιο μόνη. Προσπαθεί να πείσει τον εαυτό της ότι επιτέλους θα γευτεί την ελευθερία που ζητάει. Περνάει απ’ τον έλεγχο των εισιτηρίων και αγοράζει ένα ζεστό καφέ. Έχει λίγο χρόνο ακόμα μέχρι να ανοίξει η πύλη για την πτήση της. Σκέφτεται ότι τα αεροδρόμια είναι τόπος συνάντησης. Άνθρωποι φεύγουν, άλλοι έρχονται, όλοι τους πάνε κάπου, κάτι να βρουν. Αγκαλιές σφιχτές από κείνες που σου κόβουν την ανάσα, φιλιά με μάτια ζεστά και ψυχές τρεμάμενες μήπως και δεν ξαναϊδωθούν με τους αγαπημένους τους. Κάποιοι αγοράζουν δώρα, ενθύμια και άλλοι πάλι κοιμούνται φευγαλέα στηριζόμενοι σ’ έναν τοίχο για να περάσει η ώρα. «Τι κάνω εδώ;» σκέφτεται. Με το βλέμμα της βγάζει μια πανοραμική φωτογραφία του χώρου γύρω της και στέκεται ακίνητη. Σχεδόν δεν αναπνέει. «Δεν ανήκω εδώ» μονολογεί. Σε μια προσπάθεια να ξεχαστεί αποφασίζει να κάνει μια βόλτα στα μαγαζιά της αίθουσας αναμονής. Φώτα που στραγγίζουν τη κάθε λεπτομέρεια, δυνατά αρώματα ξεχύνονται απ’  όπου κι αν σταθείς και οι συσκευασίες με τα γλυκίσματα ξεπερνούν η μια την άλλη. Διαλέγει δυο μεγάλες σοκολάτες και πάει προς το ταμείο. Μπροστά της ένα μικρό αγόρι ζητάει επίμονα κάτι απ’ τη μαμά του. Η Φανή νιώθει μια πίεση στο στομάχι. Αφήνει τις σοκολάτες και βγαίνει έξω. Παρακάτω μπαίνει σε ένα κατάστημα με γυναικεία ρούχα. Πιάνει και επεξεργάζεται ένα κόκκινο μεταξωτό φουλάρι αλλά σε λίγο το αφήνει κι αυτό κάτω. «Προσοχή! Επιβάτες της πτήσης ΑL508 για Ρώμη παρακαλείσθε όπως μεταβείτε στην έξοδο 3». Η ανακοίνωση την ξυπνάει θαρρείς απ’ ένα όνειρο. Κοιτάει ξανά ολόγυρα για να συνειδητοποιήσει που βρίσκεται.  Παίρνει στα χέρια της την μικρή βαλίτσα και βηματίζει γοργά προς την πύλη. Περιμένει στη ουρά με το μυαλό της άδειο. Δεν σκέφτεται τίποτα, παρά μόνο ατενίζει πέρα απ’ τις τζαμαρίες κάποια αεροπλάνα που κινούνται στους αεροδιαδρόμους σαν χορευτές. Φτάνει η σειρά της και δίνει την κάρτα επιβίβασης και την ταυτότητά της στην συνοδό. «Ταξιδεύετε μόνη;» την ρωτάει.

   Ο Γιώργος φοράει ακόμα το σκουφί και η μύτη του είναι ακόμα κόκκινη απ’ το κρύο. Η Ελίζα μετράει τα χρήματα που μάζεψαν και ξεφωνίζει κάθε τόσο που συμπληρώνεται ακέραιος αριθμός. «Γιώργο! Ξέρεις πόσα μαζέψαμε;» απευθύνεται στον αδελφό της και εκείνος την κοιτάει με δέος. Ο Χρήστος τους ετοιμάζει κάτι να φάνε και κάθε τόσο τους ρίχνει κλεφτές ματιές απ’ τη κουζίνα. «Μπαμπά, το σπίτι μας φέτος δεν είναι στολισμένο όπως άλλες χρονιές» πετάγεται ο Γιώργος και πηγαίνει κοντά στο δέντρο. «Τι εννοείς;» τον ρωτάει ο Χρήστος. «Να, λείπει, ας πούμε, το τυχερό κουδουνάκι που βάζαμε στην κορφή του κάθε χρονιά. Όποτε περνούσαμε από κοντά του, αυτό κουδούνιζε στα ξαφνικά!» η φωνή του βγαίνει με παράπονο. «Κάπου θα είναι μέσα στα κλαδιά» τον διαβεβαιώνει ο μπαμπάς του «ψάξτε, μην απελπίζεσαι τόσο γρήγορα…» τον χαϊδεύει στην πλάτη και επιστρέφει στη κουζίνα. «Ελάτε όμως να φάμε» τους προτρέπει «το φαγητό θα κρυώσει». Τα παιδιά κάθονται στο τραπέζι και ορμάνε στο πιάτο τους. Ξαφνικά, ο μεταλλικός ήχος ενός κουδουνιού σπάει την ησυχία. Τα παιδιά κοιτάζονται σαστισμένα. Σε λίγο ακούγονται τα κλειδιά της πόρτας να κάνουν το γνώριμο ήχο μέχρι να ανοίξει η πόρτα. Η Φανή στέκεται με ένα γλυκό χαμόγελο στο κατώφλι. «Ήρθα» τους λέει μονολεκτικά. Τα μάτια των παιδιών και του Χρήστου λαμπυρίζουν, θαρρείς, περισσότερο από εκείνα του δέντρου. «Μη με κοιτάτε έτσι, πρέπει να βιαστούμε» τους λέει. « Έχουμε πολλές ετοιμασίες να κάνουμε. Είναι Χριστούγεννα!»

H Άννα Βασιάδη έχει σπουδάσει Αγγλική και Ρουμανική Φιλολογία. Παρακολουθεί το Mεταπτυχιακό Δημιουργικής Γραφής της σύμπραξης του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου με το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας και γράφει στην ιστοσελίδα envivlio.com. Σύντομα πρόκειται να εκδόσει την πρώτη της ποιητική συλλογή.