«Η ΧΟΡΩΔΙΑ»

 

 

   Τα παράθυρα του βαγονιού θαμπά. Διακρίνει με προσπάθεια τις βαριά ντυμένες φιγούρες και τα πολυάριθμα φωτάκια που αναβοσβήνουν στις βιτρίνες. Σκοτάδι και θόρυβος στις στοές και  πάλι έξω στο γιορτινό ημίφως. Φτάνει στη στάση του, στην καρδιά της πόλης.

Οι πόρτες ανοίγουν.

Κρύο τσουχτερό.

Στριμώχνεται με τους βιαστικούς, με τους  ενθουσιασμένους νέους, με τους φορτωμένους γονείς και τα χαμογελαστά παιδιά, με κόσμο… Περπατά αργά προς τον κεντρικό δρόμο της αγοράς. Τραγούδια, γέλια, ομιλίες. Σταματά στο μεγάλο γωνιακό ζαχαροπλαστείο και κοιτάζει τη βιτρίνα.  Μπαίνει δειλά μέσα τρίβοντας τα χέρια του να ζεσταθούν.

 

   «Τι θα θέλατε παρακαλώ;» τον ρωτά ο νεαρός υπάλληλος.

   «Λίγα μελομακάρονα, σε ένα σακουλάκι…τρία», αποκρίνεται.

  

   Σε λίγο βγαίνει με τη χάρτινη σακούλα στο χέρι. Περπατά λίγο πιο γρήγορα, πιο βιαστικά. Σκέφτεται πού μπορεί να καθίσει για λίγο, κάπου πιο ήσυχα, λίγο πιο απομονωμένος. Προχωρά. Λίγα τετράγωνα μακριά ακούει φωνές παιδικές να ντύνουν μια γλυκιά μελωδία. Διαβάζει την παλιά επιγραφή  : «ΦΙΛΑΡΜΟΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ». Σταματά. Από το παράθυρο διακρίνει τη χορωδία. Ανοίγει τη σακούλα και ξεκινά να μασουλά, κοιτάζοντας, ασάλευτος.

   Επιστροφή. Φωτάκια, σκοτάδι, θόρυβος, θολά παράθυρα, φιγούρες, ημίφως. 

Οι πόρτες ανοίγουν.

Κρύο τσουχτερό.

Περπατά στον ήσυχο δρόμο της γειτονιάς του κρατώντας σφιχτά τη χάρτινη σακούλα. Ένα αυτοκίνητο περνά ξυστά, δίπλα του. Τα νερά τον βρέχουν. Σκύβει το κεφάλι. Σε λίγο φτάνει στο σπίτι του. Με δυσκολία βγάζει τα κλειδιά από την παγωμένη τσέπη και ανοίγει την πόρτα. Μπαίνει στο σκοτεινό διαμέρισμα, βγάζει το μπουφάν του και ακουμπά τα γλυκά στο τραπέζι. Κάθεται στο γραφείο. Ανοίγει τα άλμπουμ του. Ξεφυλλίζει, ψάχνει, για ώρα πολλή. Και ξαφνικά τη βλέπει. Η μικρή του στη χορωδία του σχολείου ντυμένη άγγελος τραγουδά κρατώντας ένα δυσανάλογα μεγάλο μικρόφωνο και η αγαπημένη του την ενθαρρύνει με μια στέκα με αστεράκια στο κεφάλι και ένα λαμπερό, υπερήφανο χαμόγελο.

 

   Ήταν τα τελευταία Χριστούγεννα που γιόρτασαν μαζί.

 

Κρύβει τις φωτογραφίες. Φτιάχνει ένα δυνατό ποτό και κατευθύνεται στο παράθυρο. Κοιτάζει το δρόμο. Περιμένει. Μόνος. Υπομένει στωικά, μέχρι να ντυθεί κι αυτός άγγελος.

 

Πάνος Αντωνόπουλος

O Πάνος Ν. Αντωνόπουλος γεννήθηκε το 1978 στην Πάτρα και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε δημοσιογραφία και είναι πτυχιούχος του τμήματος του Ελληνικού Πολιτισμού του Ε.Α.Π. Κατέχει δε, μεταπτυχιακό τίτλο (ΜΒΑ) του πανεπiστημίου Cardiff Metropolitan, με ειδίκευση στο product development management, και παρακολουθεί το κοινό διαπανεπιστημιακό  Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας με το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, «Δημιουργική Γραφή». Βραβεύθηκε για το θεατρικό έργο του, «Το ελάφι», από την Ένωση Ελλήνων Σεναριογράφων και το Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης».