Το ραντεβού μας με την Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ, ήταν μια Πέμπτη πρωί στο σπίτι της. Μας άνοιξε την πόρτα με μια μεγάλη αγκαλιά, και ένα τεράστιο χαμόγελο. Ενθουσιάστηκε σαν παιδί με ένα κουτί σοκολατάκια. Συγκινημένες «στεκόμασταν» μπροστά στο μεγαλείο αυτής της γυναίκας, αυτής της νεράιδας που μας έχει μαγέψει και μας έχει συγκινήσει με τους στίχους της, με το θάρρος της γραφής της, τη μελωδικότητα των στίχων της και το πηγαίο συναίσθημα. Μας πέρασε στο δωμάτιο της, να καθίσουμε εκεί  που γράφει, στον χώρο της. Ένα δωμάτιο σχεδόν μοναστηριακό. Μια μικρή βιβλιοθήκη γεμάτη ποιητικές συλλογές (τα βιβλία της τα έχει στο σπίτι της στην Αίγινα), ένα κρεβάτι καλοστρωμένο και από πάνω του μια σειρά από φωτογραφίες από διάφορες στογμές της ζωής της. Μια μικρή ντουλάπα και ένα γραφείο απλό και τακτοποιημένο.

«Τώρα φτιάξαμε το δωμάτιο αυτό και είμαι ενθουσιασμένη», είπε.

Η κουβέντα κύλισε όμορφα, γλυκά, με σοκολάτες και γέλια.

Τη γλύκα της Κατερίνας Αγγελάκης-Ρουκ και της σοκολάτας ακολούθησε μια όμορφη κουβέντα.

 

Έφη Γεωργάκη: Αγαπητή κυρία Ρούκ, τι είναι η γλώσσα για εσάς;

Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ:  Το Α και το Ω.

Ντιάνα Καλαιτζίδη: Πιστεύετε ότι κάποιος μπορεί να κατακτήσει μια γλώσσα ακόμα και αν δεν είναι η μητρική του;

Κ.Α.Ρ.: Εξαρτάται από το πόσο βιωματική σχέση έχει με τη γλώσσα. Αν η σχέση με τη γλώσσα είναι βιωματική, τοτε εννοείται ότι μπορεί να την κατακτήσει!

Ε.Γ.: Παρατήρησα ότι τη γλώσσα δεν τη φοβάστε, έχετε ένα θράσος απέναντι στη γλώσσα, δεν ξεχωρίζετε τις ποιητικές από τις μη ποιητικές λέξεις.

Κ.Α.Ρ.: Ποτέ. Αλλά υπάρχει όμως ένα αισθητικό κριτήριο, το οποίο είναι δικό μου. Θέλω να ταιριάζουν οι λέξεις μεταξύ τους, σύμφωνα με τους δικούς μου κανόνες.

Ε.Γ. : Κανόνες; Για τι είδους κανόνες μιλάμε;

Κ.Α.Ρ.: Κανόνες με πολλά εισαγωγικά. Τους ορίζω εγώ. Έχουν να κάνουν με πολλά, πάνω από όλα με την ποιητική, με το ένστικτο…

Ε.Γ.: Πιστεύετε πολύ στο ένστικτο;

Κ.Α.Ρ.: Ναι, πιστεύω. Είναι αυτό που έχει αμελήσει η σημερινή εποχή. Όχι μόνο το  ένστικτο, αλλά... η σημερινή γενιά περιφρονεί το αίσθημα: όταν βλέπεις νεαρούς ερωτευμένους να κάθονται δίπλα-δίπλα και να μιλούν στο κινητό, χωρίς να κοιτάζονται! Η εποχή του κινητού εμένα με έχει αποσυνθέσει, δηλαδή λέω, ευτυχώς, που είμαι 80 χρονών και δεν είμαι στην ενεργό νεανική περίοδο, γιατί θα είχα αυτοκτονήσει, όντας αυτή που είμαι. Δυσκολεύομαι να φανταστώ − δεν μπορώ να φανταστώ τι θα έκανα αν ήμουν νέα. Κι όμως… οι άνθρωποι  ερωτεύονται και αγαπάνε… Είναι η ζωή αυτή.

«Ή θα σκέφτεσαι ή θα κάνεις ποίηση. Βεβαίως μέσα στην ποίηση υπάρχει σκέψη, αλλά είναι η σκέψη που μεταλλάχτηκε  σε ποίηση».

Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούκ γεννήθηκε στην Αθήνα το 1939. Σπούδασε στην Αθήνα, στη Νότια Γαλλία και Ελβετία (Πανεπιστήμιο Γενεύης). Είναι διπλωματούχος της Σχολής Μεταφραστών και Διερμηνέων (αγγλικά, γαλλικά, ρωσικά). Πρωτοδημοσίευσε στην "Καινούργια Εποχή" το 1956. Άρθρα και δοκίμια για την ελληνική ποίηση και τη μετάφραση της ποίησης έχει δημοσιεύσει σε πολλά περιοδικά και εφημερίδες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έχει εκδώσει περίπου 20 ποιητικές συλλογές. Το 1962 τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο Ποίησης της πόλης της Γενεύης (Prix Hensch). Το 1985 τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Έχει δώσει διαλέξεις και διάβασε ποιήματά της σε Πανεπιστήμια των ΗΠΑ και Καναδά (Harvard, Cornell, Daztmouth, N.Y. State, Princeton, Columbia κ.α.) Το 2000 τιμήθηκε με το βραβείο Κώστα και Ελένης Ουράνη (Ακαδημία Αθηνών).
Έργα της έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από δέκα γλώσσες και ποιήματά της βρίσκονται σε πολλές ανθολογίες σε όλο τον κόσμο.

«Ο πιο γνήσιος μηχανισμός της ποίησης είναι όταν νιώθεις ότι κάτι σε καταλαμβάνει και τότε πιάνεις το χαρτί και γράφεις».

Ε.Γ.: Παρατήρησα ότι ο Έρωτας στην ποίηση σας και ο Θάνατος έχουν μια σχεδόν ερωτική σχέση.

Κ.Α.Ρ.: Ναι τώρα που το λέτε …

Ε.Γ.:  Δεν είναι ο Θάνατος του φόβου − να προλάβουμε να ζήσουμε, γιατί θα έρθει, είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής. Μοιάζει σαν ο έρωτας να παντρεύεται τον θάνατο.

Κ.Α.Ρ.:  Κάπως έτσι… Και πρέπει τον θάνατο  να τον δεχτούμε, αν γίνεται, όχι με βάση το τέλος της δικής μας ζωής, αλλά με μια αίσθηση ότι η ζωή συνεχίζεται. Αυτή η αίσθηση για τον ουρανό και τη γη και τους ανθρώπους, που αποδεικνύει την ενότητα, τι είναι η ζωή, αυτή ακριβώς η αίσθηση θα πρέπει να κρατηθεί ζωντανή. Η ζωή περιλαμβάνει τον θάνατο, τον έχει μέσα της. Αν δεν τον περιλάμβανε η ζωή θα τέλειωνε με έναν θάνατο. Το ότι συνεχίζεται η ζωή ανεξάρτητα από το θάνατο λέει πολλά. Αυτό μας δείχνει ότι η ζωή συνεχίζεται. Τραγικό, οδυνηρό, αλλά ο θάνατος είναι μέρος της ζωής.

Ε.Γ.: Η ποίηση; Που χωράει μέσα σε αυτή τη ζωή;

Κ.Α.Ρ.: Η ποίηση υπάρχει για αυτούς που πιστεύουν σε αυτή. Κάποτε, βέβαια, πριν από πολλούς χρόνους η ποίηση γεννήθηκε από την συνύπαρξη της ζωής και του θανάτου και είναι η πρώτη τέχνη του ανθρώπου. Πριν την ποίηση ο άνθρωπος ήταν στις σπηλιές.

Ε.Γ.: Σε έναν νέο ποιητή τι θα λέγατε;

Κ.Α.Ρ.: Κουράγιο! Πάντως αυτό που λέω και ξαναλέω, είναι ότι σε αυτή την εποχή του "πατάω ένα κουμπί", υπάρχουν νέοι που γράφουν ποίηση. Υπάρχουν αυτοί που είναι μόνο με το μηχάνημα στο αυτί και οι άλλοι που είναι πάλι με το μηχάνημα στο αυτί και γράφουν ποίηση.

Βλέπω πολλά χρόνια την ποίηση των νέων ανθρώπων και αυτό που έχω να πω είναι ότι έχουν μια ωριμότητα οι νέοι και αυτό με γεμίζει χαρά. Βέβαια ίσως τα τελευταία χρόνια να έχει μειωθεί αυτό. Υπάρχει και ο φόβος με την κρίση. Οι νέοι έχουν προτεραιότητα να βρουν δουλειά, να εξασφαλιστούν.. οι συνθήκες της ζωής έχουν δυσκολέψει τρομερά. Τώρα είναι η διαβίωση… οι ανάγκες της διαβίωσης.

Η ποίηση δεν είναι ένα μόνο παιχνίδι με το λόγο. Το μεγάλο κατόρθωμα για την ποίηση, εκείνο που έχει κατορθώσει ο Καβάφης, είναι ο συνδυασμός της βαθιάς σκέψης και φιλοσοφίας με την βαθιά έννοια της ποίησης. Με την ουσιαστική έννοια της ποίησης. Και αυτό είναι σχεδόν αδύνατο. Βεβαίως η καλή ποίηση περιέχει κάποιες σκέψεις, αλλά είναι τελείως αυταρχικές αυτές οι έννοιες. Ή θα σκέφτεσαι ή θα κάνεις ποίηση. Βεβαίως μέσα στην ποίηση υπάρχει σκέψη, αλλά είναι η σκέψη που μεταλλάχτηκε  σε ποίηση. Το έχει καταφέρει αυτό ο Καβάφης.

Ε.Γ.: Πώς γεννιέται ένα ποίημα; Γράφεται γρήγορα; Αργά; Προϋπάρχει η σκέψη, η μελέτη ή το συναίσθημα;

Κ.Α.Ρ.: (γελώντας) Η δική σου ποίηση πως έχει γραφτεί; Ο πιο γνήσιος μηχανισμός της ποίησης είναι όταν νιώθεις ότι κάτι σε καταλαμβάνει και τότε πιάνεις το χαρτί και γράφεις.

Ν.Κ.: Μπορεί κανείς να γράψει ποίηση, ακόμα και αν δεν έχει ταλέντο;

Κ.Α.Ρ.: Α… αυτό δεν το συζητώ…

Ε.Γ.: Το ταλέντο είναι του Θεού ή η είναι θέμα δουλειάς;

Κ.Α.Ρ.: Είναι της φύσης και του περιβάλλοντος που ζει κανείς. Μπορεί να έχεις ταλέντο και σωστό περιβάλλον να ανθίσει ή να έχεις πολύ και να μην ευνοήσει το περιβάλλον να αναπτυχθεί αυτό το ταλέντο. Εγώ ήμουν πολύ τυχερή. Είχα υποστήριξη από την οικογένεια και τον σύζυγο και το ελάχιστο που είχα μπόρεσα να το αναπτύξω. Με πολλή δουλεία, βέβαια. Κάνοντας το με συνέπεια.

Ε.Γ. : Έχετε ζήσει μια όμορφη ζωή;

Κ.Α.Ρ.: Ναι ήμουνα πραγματικά πολύ τυχερή: είχα τους τέλειους γονείς με φοβερή μόρφωση, εσωτερικότητα, κατανόηση και είχα και τον τέλειο σύντροφο που πραγματικά με υποστήριζε. Αυτό ποτέ δε θα πάψω να το λέω μέχρι την τελευταία μου στιγμή. Αυτήν την ευκαιρία και την υποστήριξη να εξελιχθώ. Αν δεν είχα αυτούς τους γονείς και αυτόν τον σύντροφο δεν ξέρω αν θα είχα κάνει κάτι από αυτά…

Ε.Γ.:  Ο σύντροφός σας διάβαζε τα ποιήματα σας την ώρα που τα γράφατε;

Κ.Α.Ρ.: Όχι. Έγραφα πάντα μόνη. Τα διάβαζε μετά, ήταν κλασσικός φιλόλογος. Ήξερε όλο τον Όμηρο απ΄εξω και επιπλέον είχε ειδικότητα βιβλιοθηκάριου. Ήταν κινούμενη βιβλιοθήκη αυτός ο άνθρωπος. Αλλά δεν το έδειχνε καθόλου. Είναι πολύ σημαντικό να έχεις υποστήριξη σε αυτό που αγαπάς να κάνεις. Πόσοι ποιητές έχουν περάσει που γράφανε κρυφά, που δεν έδειχναν τα ποιήματα τους πουθενά. Ακόμα οι άνθρωποι είναι επιφυλακτικοί με τους ποιητές. Μπερδεύεται ο κόσμος με τα κωμικά στιχάκια… και νομίζει ότι αυτό είναι η ποίηση… Ψυχολογικά δεν μπορούν να πάρουν στα σοβαρά την ποίηση. Τα παιδιά πρέπει να αρχίσουν να έρχονται σε επαφή με την ποίηση δέκα, δώδεκα ετών. Ο άνθρωπος πρέπει να διαβάζει ποίηση… φοβάμαι μήπως κάπoia στιγμή ξεχάσουμε ακόμα και το τι είναι ποίηση.

«Βιβλία έπαιρνα, αλλά μου έστελναν κιόλας… ήμουνα κακομαθημένη. Η ζωή μου με κακόμαθε. Δεν ήθελα πολλά, αλλά σημασία έχει αυτό που θέλεις να το έχεις σε αυτή τη ζωή».

Ε.Γ. : Ας πάμε σε κάτι άλλο… Παρατήρησα τους τίτλους των ποιημάτων σας και εντυπωσιάστηκα και θα ήθελα να σας ρωτήσω για το πώς προκύπτουν οι τίτλοι.

Κ.Α.Ρ.: (Γελώντας) Πως προκύπτουν… Μόνοι τους, ή βγαίνουν από το τελευταίο μέρος ποιήματος, ή μου έρχονται πριν γράψω ένα ποίημα. Κανόνες δεν υπάρχουν.  Στην ποίηση τέτοιοι κανόνες δεν υπάρχουν. Στην γενετήσια ποίηση. Κοιτάω τα ποιήματα μου και μερικές φορές λέω ότι υπάρχουν ολόκληρες ενότητες που είναι τίτλοι. Η τελευταία μου συλλογή  που λέγεται «Με άλλο βλέμμα» είναι μια συλλογή που με εκφράζει. Έχω αλλάξει πολλά, το ύφος τον τόνο… Να, ας πούμε εδώ υπάρχει το ποίημα «Η κακή μετάφραση»

Ε.Γ. : Μπορώ να το διαβάσω ;

Κ.Α.Ρ.: Και βέβαια.

Ε.Γ. : «Η ζωή μου πάντα με ξένες γλώσσες συνομιλούσε

Και έντυνα τη δική μου γλώσσα

Με διαφορές και ομοιότητες

Στης ζωής την έκφραση

Η πιο τέλεια μετάφρασή μου

Ήταν το Σε έρωτα μετάφρασα της ζωής το τέλος

Όταν το θάνατο με τη γραφή μου αγκάλιασα και τον έκανα μούσα

Τώρα κακή μου φαίνεται εκείνη μετάφραση

Γιατί καμία μούσα δεν έρχεται να με δοκιμάσει»

 

Κ.Α.Ρ.: Να δείτε έναν ακόμα τίτλο: «Ουσία η αφή» ή «φόβος στο νέο πάθος», βγαίνει κάτι πολύ συγκεκριμένο, αυτό που έχει σχέση με την ηλικία που δεν θέλω να πεθάνω και μου κόβεται η ανάσα, παθαίνω δηλαδή… όλοι οι τίτλοι είναι δουλεμένοι με την ζωή.

Να ένας ακόμα τίτλος: «Η ευλογία της έλλειψης»

Ε.Γ. : Μα πόσο είναι ευλογία η έλλειψη;

Κ.Α.Ρ: Να δούμε;

«Η ευλογία της έλλειψης

Ό,τι μου λείπει με προστατεύει από κείνο που θα χάσω

Όλες οι ικανότητες μου, που ξεράθηκαν στο αφρόντιστο  χωράφι της ζωής

Με προφυλάσσουν από κινήσεις στο κενό

άχρηστες Ανούσιες

ότι μου λείπει με διδάσκει,

ότι μου έχει απομείνει με αποπροσανατολίζει

γιατί μου προβάλει εικόνες από το παρελθόν

σαν να’ταν υποσχέσεις για το μέλλον

δεν μπορώ, δεν τολμώ ούτε έναν άγγελο

περαστικό να φανταστώ

γιατί εγώ σ’ άλλον πλανήτη χωρίς αγγέλους κατεβαίνω

η αγάπη από λαχτάρα που ήταν έγινε φίλη καλή

και μαζί γευόμαστε τη μελαγχολία του χρόνου

Στέρησε με στέρησε σε παρακαλώ το αύριο

Για να επιζήσω…»

ΕΓ. : Στα ποιήματα σας βλέπουμε τον εαυτό μας, αλλά για εμάς που γράφουμε είναι πολύ σημαντικά, γιατί πέρα από αυτό, μέσα σε αυτά βλέπουμε την ανθρώπινη ποιητική δυνατότητα. Η ποίηση σας είναι έμπνευση γιατί δεν έχει φραγμούς.

Κ.Α.Ρ.: Εννοείς ότι δεν έχει επιρροές;

Ε.Γ.: Όχι, οι επιρροές δεν είναι κακές, αλλά με εντυπωσιάζει το θράσος που έχετε, όπως είπα και προηγουμένως, που όμως δεν αφορά μόνο τη γλώσσα, αλλά λειτουργεί και σε άλλα επίπεδα, όπως το κοινωνικό, αφορά τη θέση της γυναίκας, τη δυνατότητα της γυναίκας να μιλήσει για τον έρωτα.

Κ.Α.Ρ.: Η την παρθενία…

Ε.Γ. : Η παρθενία στην ποίηση σας, δεν έχει θετικό πρόσημο.

Κ.Α.Ρ.: Όχι, η παρθενία δεν είναι ευλογία, είναι δυστυχία. Ο άνθρωπος είναι πλασμένος να ζει τoν έρωτα.

Ν.Κ.: Πείτε μας, σας αρέσει η Αθήνα;

Κ.Α.Ρ.: Η Αθήνα… εδώ μεγάλωσα είμαι γέννημα θρέμμα Εξαρχείων. Η Αθήνα είναι η ψυχή μου. Δεν μπορώ να φανταστώ χειμώνα χωρίς Αθήνα και καλοκαίρι χωρίς Αίγινα. Με έχουν θρέψει και οι δύο…

Ν.Κ.: Σας εμπνέουν;

Κ.Α.Ρ.: Η Αίγινα πάντα. Γιατί συνήθως το πολύ δικό σου δεν εμπνέει. Εμπνέει αυτό που θέλεις να το γνωρίσεις καλύτερα. Η Αίγινα είναι η Θεά μούσα.

Ν.Κ.: Είναι σημαντικό δηλαδή ένας ποιητής να έχει υποστήριξή από τον περίγυρό του, αλλά και ένα μέρος που να τον εμπνέει.

Κ.Α.Ρ.: Ναι που τον εμπνέει και το αγαπάει.

Ν.Κ.: Η Θάλασσα σας εμπνέει;

Κ.Α.Ρ.: Η Θάλασσα είναι η απόλυτη μούσα και συμβολίζει και ένα σωρό πράγματα, την ευλογία και την κατάρα: ευλογία, να πηγαίνεις να ψαρεύεις να βουτάς, κατάρα είναι η τρικυμία, να πνίγεσαι και να ναυαγείς. Η θάλασσα είναι διπρόσωπη.

Ν.Κ.: Θα ήθελα να σας ρωτήσω κάτι σχετικά με τη ρώσικη ποίηση που μεταφράζετε. Δεν ευδοκίμησε ο ελεύθερος στίχος στη ρώσικη ποίηση. Ίσως επειδή στη Ρωσία η ποίηση είθισται να απαγγέλλεται και όχι να αναγιγνώσκεται/ διαβάζεται, όπως στην Ελλάδα. Αναφορικά με τη μετάφραση πως πιστεύετε ότι πρέπει να γίνεται; Πως πρέπει να μεταφράζεται η ρώσικη ποίηση;

Κ.Α.Ρ.: Φυσικά. Φυσικότητα χρειάζεται. Άλλωστε η ελληνική με τη ρώσικη γλώσσα είναι ξαδέρφες γλώσσες. Υπάρχει μια συγγένεια των γλωσσών αυτών που ξεκινά από το Βυζάντιο. Έχω μια τρυφερότητα με τη ρώσικη γλώσσα… και αν και σπούδασα στη Γενεύη η αγαπημένη μου γλώσσα είναι η ρωσική, βλέπετε η νταντά μου ήταν ρωσίδα…

Ν.Κ.: Έχετε μεταφράσει υπέροχα την Αχμάτοβα, τον Πούσκιν και τον Μπρόντσκι και πόσους ακόμα… Πιστεύετε ότι πρέπει η έμμετρη ποίηση να μεταφράζεται έμμετρα;

Κ.Α.Ρ.: Ναι, αν γίνεται χωρίς μεγάλη παρανάλωση, αν γίνεται φυσικά, έχοντας απόλυτη προτεραιότητα το κείμενο.

Ν.Κ.: Τι γράφετε τώρα;

Κ.Α.Ρ.: Τώρα δεν γράφω, διαβάζω. Τελείωσα με μια μετάφραση από τα ρωσικά και τη χτενίζω και Το άλλο βλέμμα βγήκε σχετικά πρόσφατα. Τώρα θα γίνει επανέκδοση του τελευταίου μου βιβλίου από τον Καστανιώτη. Τον αγαπώ τον Καστανιώτη και αυτός εμένα. Τον εμπιστεύομαι απόλυτα.

Ε.Γ.: Παρατήρησα ότι είστε ελευθερωμένη από τα υλικά αγαθά.

Κ.Α.Ρ.: Καμιά φορά ξαφνιάζομαι κι εγώ. Άμα έχω να φάω, έχοντας αυτό το δωμάτιο με τις φωτογραφίες με την ιστορία της ζωής μου. Επάνω, βλέπετε, είμαι σε μια ταβέρνα με τον Ρουκ. Ο μουστάκας δίπλα είναι ο πατέρας μου. Μικρασιάτης από το  Τσάνα Καλέν…  Δίπλα και οι δυο γονείς μου. Η μαμά, βλέπετε, κοκέτα. Από την Πάτρα. Και δίπλα στη φωτογραφία είμαι στην Αίγινα. Και εδώ που μιλάω στο μικρόφωνο δίπλα είναι ο Φράιερ… Όλη μου η ζωή είναι εκεί. Σε αυτές τις φωτογραφίες…

Δε μου χρειαζόταν κάτι άλλο, αυτά που ήθελα τα είχα. Βιβλία έπαιρνα, αλλά μου έστελναν κιόλας… ήμουνα κακομαθημένη. Η ζωή μου με κακόμαθε. Δεν ήθελα πολλά, αλλά σημασία έχει αυτό που θέλεις να το έχεις σε αυτή τη ζωή.

Ε.Γ.: Σας ευχαριστούμε πολύ. Να σας κάνω μια τελευταία ερώτησή: Τι θα θέλατε να σας ρωτήσω που δεν το ρώτησα;

Κ.Α.Ρ. (Γελώντας) : Νομίζω ότι τα ρώτησες όλα! Στα επόμενα ποίημα μου θα μου βγουν πράγματα που κι εγώ δεν υποψιάζομαι ότι τα έχω μέσα μου!

Ε.Γ.: Σας ευχαριστούμε πολύ.

Ν.Κ.: Σας ευχαριστούμε!

Κ.Α.Ρ.: Εγώ σας ευχαριστώ πολύ, παιδιά μου!

 

Έτσι έκλεισε αυτή η όμορφη συνέντευξη. Με δέος, αγάπη και συγκίνηση. Με αγκαλιές, φιλιά και χαμόγελα. Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, γέμισε το δωμάτιο με την καλοσύνη και την απλότητα της. Απέναντι μας νιώθαμε να έχουμε μια νεράιδα, έναν άγγελο. Λουστήκαμε λίγο από την αστερόσκονη της. 

Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, στα ογδόντα της, είναι μια γυναίκα με αγνή ψυχή σαν παιδιού. Με χιούμορ. Την ευχαριστούμε από καρδιάς για αυτή την όμορφη κουβέντα-συνέντευξη.

Έφη Γεωργάκη - Ντιάνα Καλαϊτζίδη

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ : ert.gr

info@envivlio.com

mob : 6944018135

  • Black Facebook Icon
  • Black Twitter Icon

Επικοινωνήστε μαζί μας!