Κάποια Χριστούγεννα…

 

   Οι ολόλευκες νιφάδες έπεφταν απαλά, κάνοντας το μικρό χωριό να μοιάζει σαν πασπαλισμένο με ζάχαρη άχνη στο θολό φως της νύχτας. Μέσα στο σπίτι, εκείνος καθόταν στην αγαπημένη του -φθαρμένη  πια- πολυθρόνα, δίπλα στο τζάκι, που η ζεστασιά του ξεχυνόταν απλόχερα στο μικρό δωμάτιο. Τα πορτοκαλιά χρώματα που σκόρπιζε η φωτιά –η μόνη πηγή φωτός στο χώρο- δεν  στάθηκαν ικανά να κρύψουν τη θλίψη που είχε ζωγραφιστεί στο γέρικο πρόσωπο. Παραμονή Χριστουγέννων κι εκείνος ήταν μόνος, όπως τόσες φορές τα τελευταία χρόνια. Στα γαλανά, θολά του μάτια, τρεμόπαιξε μια σπίθα νοσταλγίας και το μυαλό του ανέτρεξε στα παλιά, σ’ εκείνα τα όμορφα Χριστούγεννα… Τότε που οι δυο του κόρες χοροπηδούσαν φωνάζοντας γύρω από το πολύχρωμο χριστουγεννιάτικο δέντρο ανοίγοντας με λαχτάρα τα αστραφτερά πακέτα των δώρων τους. Τότε που το σπίτι μοσχομύριζε από τα φρεσκοψημμένα μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες της χρυσοχέρας γυναίκας του. Σαν να έβλεπε μπροστά του τα πασαλειμμένα με ζάχαρη άχνη πρόσωπα των κοριτσιών, που θέλοντας να βοηθήσουν τη μάνα τους με τις ετοιμασίες, μπλέκονταν συνεχώς στα πόδια της, ξεκαρδισμένες στα γέλια. Τότε που, μετά τον καθιερωμένο εκκλησιασμό, στρωνόταν οικογενειακώς στο γιορτινό τραπέζι ανταλλάσοντας ευχές.

   Τέτοιες μέρες κάποτε το σπίτι ήταν γεμάτο φωνές, αγάπη και ζεστασιά, ενώ τώρα… Ο ηλικιωμένος αναρρίγησε και τράβηξε την καρό κουβέρτα που είχε από ώρα στα πόδια του. Τώρα πια η γυναίκα του δε ζούσε για να πλημμυρίσει το σπίτι με λαχταριστές μυρωδιές από την κουζίνα. Οι κόρες του είχαν μεγαλώσει, είχαν τις δικές τους οικογένειες και ζούσαν μακριά, ξεχνώντας τόσο τον ίδιο όσο και το μικρό χωριό. Ένα μόνο δεν είχε αλλάξει με το πέρασμα των χρόνων. Το χριστουγεννιάτικο δέντρο στεκόταν ξανά, περήφανο δίπλα στο τζάκι. Κάθε χρόνο, παρά τη μοναξιά του, στόλιζε ευλαβικά το πράσινο έλατο, τη μοναδική του συντροφιά τις γιορτινές μέρες. Μα τα πολύχρωμα λαμπιόνια του έμεναν σβηστά. Δεν άντεχε να τα βλέπει να στραφταλίζουν χαρούμενα. Ένιωθε πως τον κοίταζαν κοροϊδεύοντάς τον που είχε απομείνει μόνος. Σηκώθηκε με αργές κινήσεις και κατευθύνθηκε προς το παράθυρο. Έξω το χιόνι είχε πυκνώσει. Κοίταξε αδιάφορα τα φώτα δυο αυτοκινήτων που περνούσαν εκείνη τη στιγμή από το δρόμο. Σίγουρα ήταν κάποιοι επισκέπτες που έφτασαν στο χωριό για να περάσουν τις γιορτές με κάποιον από τους ελάχιστους ηλικιωμένους που είχαν απομείνει στο χωριό. Ποιος να ήταν άραγε ο τυχερός που θα περνούσε αυτές τις άγιες μέρες με αγαπημένα του πρόσωπα; Ένιωσε στιγμιαία ένα τσίμπημα ζήλιας μα γρήγορα βγήκε από τις σκέψεις του βλέποντας με έκπληξη τα αυτοκίνητα να σταματούν μπροστά στο δικό του σπίτι. Η γέρικη καρδιά του λαχτάρισε και χτύπησε άτακτα βλέποντας τα πέντε εγγόνια του να τρέχουν προς την πόρτα του. «Παππού! Ήρθαμε!» φώναζαν χαρούμενα όσο οι γονείς τους ξεφόρτωναν τις αποσκευές τους. Ένιωσε τα μάτια του να πλημμυρίζουν δάκρυα τα οποία δεν κατάφερε να συγκρατήσει και ξεχύθηκαν με ορμή στα γεμάτα ρυτίδες μάγουλα. Τα σκούπισε βιαστικά και παρά τα πονεμένα του πόδια, έτρεξε προς την πόρτα ανοίγοντας ταυτόχρονα και την αγκαλιά του. Χαρούμενες φωνές πλημμύρισαν το μέχρι πρότινος βουβό σπίτι ενώ κάποιος έτρεξε ν’ ανάψει τα πολύχρωμα λαμπιόνια του δέντρου, που αυτή τη φορά δεν τον κορόιδευαν. Γελούσαν χαρούμενα, όπως γελούσαν και τα γέρικα μάτια του. Αυτές τις γιορτές δε θα ήταν μόνος. Όλα θα ήταν όπως τότε, όπως εκείνα τα παλιά, γλυκά Χριστούγεννα…

Εύη Δουργούτη

Η Εύη Δουργούτη γεννήθηκε το 1992. Είναι απόφοιτος του Παιδαγωγικού τμήματος Νηπιαγωγών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Είναι παντρεμένη κι έχει δύο κόρες. Από πολύ μικρή αγαπούσε τη λογοτεχνία και πειραματιζόταν με διάφορες μορφές γραπτού λόγου. Διηγήματά της έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογικές εκδόσεις. «Ο χορός της φωτιάς» είναι το πρώτο της μυθιστόρημα και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πνοή.