ἐν βιβλίῳ

Πάνος Αντωνόπουλος

BA in Journalism

BA in Greek Culture Studies

MBA

MSc in Creative Writing

Πώς ο Εμπειρίκος «είδε» τον Καρυωτάκη

​​

  

Η μίμηση του έργου του Καρυωτάκη αφορά στο διττό χαρακτήρα αφενός της πεισιθάνατης αντιμετώπισης της ζωής και αφετέρου της μυθοποίησης του ποιητή. Ο «καρυωτακισμός» εδράζεται στη σχέση της ποίησης και του εθελούσιου θανάτου, ενώ σύμφωνα με τον καθηγητή Νεοελληνικών Σπουδών, Δημήτρη Τζιόβα, δεν αποτελεί τόσο ποιητικό φαινόμενο όσο κοινωνικό και αισθητικό. Ο «καρυωτακισμός» με μέσο την ποίηση διατυπώνει  την προβληματική σχέση του ποιητή και της κοινωνίας, το αίτημα για ψυχολογική ελευθερία, την ανάγκη για κοινωνική διαμαρτυρία και την εναντίωσή στο κοινωνικοπολιτικό κατεστημένο. Αποτελεί για τον Δημήτρη Τζιόβα το μέσο με το οποίο κοινωνικοποιείται η ποίηση αλλά και το πώς διαχειρίζεται τα αδιέξοδα της, χρησιμοποιώντας τα στοιχεία της προσωπικότητας και της ποίησης του Καρυωτάκη.

  

Λαμβάνοντας υπ’οψιν τα παραπάνω παρατηρούμε πως στο αφιερωμένο ποίημα του Ανδρέα Εμπειρίκου στον Καρυωτάκη, «Όταν οι ευκάλυπτοι θροΐζουν στις αλλέες», διαφαίνεται η σύμπλευση με τα στοιχεία της ποίησης του σημαντικού ποιητή. Η διάσταση ανάμεσα στις επιθυμίες  «[...]προσμένοντας[...]κάποιο κέλευσμα ανεξιχνίαστον της Μοίρας[…]» και την πραγματικότητα, τονίζεται από το σκηνικό που στήνει ο ποιητής: Οι άνθρωποι κάθονται στα καφενεία και παίζουν τάβλι προσμένοντας το μέσο που θα τους οδηγήσει σε μια άλλη πραγματικότητα, σε έναν ιδεατό κόσμο. Ο στίχος «[…]την μοίρα μάταια προσπαθώντας με τέχνη να παραμερίσουν[…]» υπογραμμίζει τη μάταιη προσμονή.

  

Η προβληματική σχέση ποιητή - κοινωνίας διακρίνεται στους επόμενους στίχους. Ο Εμπειρίκος περιγράφει την ψυχή του ποιητή που πλανάται  -ζητώντας να απελευθερωθεί- στα καφενεία, στις δημόσιες υπηρεσίες, εκεί όπου δυναστεύθηκε από το αίσθημα της ανίας καταπνίγοντας τα  οράματα της. Οραματισμοί δυσνόητοι  για το μέιζον τμήμα της κοινωνίας: «[...]αυτός που έσφυζε[...]από θεσπέσια οράματα, για πράγματα που ο κόσμος ο πολύς, ο κόσμος ο κοντόφθαλμος ή και ο χυδαίος, χίμαιρες ή ουτοπίες τα ονομάζει».

   

Το αίτημα για ψυχική ελευθερία ακολουθεί εκ νέου, στους επόμενους στίχους : «Και θα πλανάται πάντα σαν του αδικοσκοτωμένου την ψυχή, που την δικαίωση ζητεί[...]» καθώς και η διάσταση μεταξύ πραγματικότητας και ιδεατού κόσμου «[...]καθώς και στα γραφεία εκείνα[....]με οίστρον σεραφεικόν και εξαίσιον τους ουρανούς της απολύτου αθωότητος ωραματίζετο». Η κοινωνική κριτική, άλλο ένα ίδιον του «καρυωτακισμού», αποτυπώνεται επίσης : «[...]εμπρός στην ειδεχθή του κόσμου υποκρισίαν[...]».

   

Ακολούθως η ανάγκη για αφύπνιση, για κοινωνική διαμαρτυρία,  εκφράζεται: “και να ενθυμήσθε πάντα τις πιστολιές εκείνες[...]ό,τι και αν λεν, ό,τι και αν γράφουν οι εφημερίδες που τόσα και τόσα λεν». Θα έλεγε δε κάποιος πως οι τελευταίοι στίχοι του ποιήματος συνδράμουν στη προσπάθεια μυθοποίησης του ποιητή: «Ήτο σπουδαίος ποιητής[…]Μην τον ξεχνάτε λοιπόν τον νέον αυτόν[…] Ήτο μεγάλος ποιητής ο νέος αυτός και ευγενής[…]είναι μεγάλος ποιητής ο Κώστας Καρυωτάκης».

 

 

Βιβλιογραφία

Γαραντούδης, Ε., «Η απήχηση της Καρυωτακικής ποίησης- ο «Καρυωτακισμός»», στο : Δρ. Λάμπρος Βαρελάς, Αθηνά Βογιατζόγλου κ. ά. ,Γράμματα II: Νεοελληνική Φιλολογία (19ος &  20ός αιώνας), ΕΑΠ, Πάτρα 20082.

Εμπειρίκος, Α., Οκτάνα, Ίκαρος, Αθήνα, 1980.

Επικοινωνήστε μαζί μας!

info@envivlio.com

mob : 6944018135

  • Instagram
  • Black Facebook Icon
  • Black Twitter Icon