Καθρέφτες

Κείμενο & Σκηνοθεσία Άντα Τσεσμελή-Edwards

 

Ο έλεος, ο φόβος στο έργο Καθρέφτες.

  Οι καθρέφτες της Άντας Τσεσμελή-Edwards είναι ένα έργο επίκαιρο και διαχρονικό μαζί.  Πραγματεύεται τη σωματική και την ψυχική ή λεκτική  κακοποίηση της γυναίκας. Τρείς γυναίκες έρχονται στο σανίδι να μοιραστούν μαζί μας την ιστορία τους, μας παίρνουν από το χέρι και μας βάζουν στον κόσμο τους, έναν κόσμο σκληρό, που ξεδιπλώνει την ασχήμια του σιγά-σιγά, λέξη-λέξη.

  Το κείμενο ευφυές, με ροή, κατέβαζε στην πλατεία οστικά κύματα συγκίνησης. Ο φόβος με την αριστοτελική έννοια, δηλαδή ο φόβος ότι κάθε μια γυναίκα από το κοινό θα μπορούσε έχει μια θέση στη σκηνή δίπλα στις ηθοποιούς εξιστορώντας τη ζωή της, καθόταν κι αυτός μαζί μας στα στασίδια του θεάτρου και έτριβε τα χέρια του. 

  Ο αριστοτελικός έλεος δημιουργείται στον θεατή από τη δυσμενή θέση των ηρώων και κυρίως από την πλάνη τους, Ο θεατής δεν μπορούσε να μη νιώσει συμπόνια στο ανθρώπινο αδιέξοδο, στην εγκατάλειψη, στην απαξίωση του θηλυκού φύλλου και στον καταποντισμό έως τη διάλυση της ανθρώπινης ομορφιάς.

  Οι δύο πρώτες γυναίκες η Λίντα και η Κορίνα πίστεψαν στον έρωτα και η Ελισάβετ στο δίκαιο των λόγων του πατέρα της. Όμως και οι τρεις πλανευτήκαν, κι αυτή η πλάνη τις οδήγησε στην καταρράκωση.  Όχι, δεν αξίζει, θέλει να φωνάξει ο θεατής στο τέλος του έργου, όχι, σε κανέναν άνθρωπο, σε καμία γυναίκα.

  Κι όσο κι αν κανείς μπορεί να ταυτιστεί με τις ηρωίδες μέσα από το ξεδίπλωμα του ψυχισμού τους, τα συναισθήματα τους, τις πράξεις τους, διαμέσου της φαντασίας του, αποστασιοποιείται μέσω της ίδιας της σύμβασης του θεάτρου, των σκηνικών και των κοστουμιών αλλά και από την αποσπασματικότητα του κειμένου και την εμπλοκή των ιστοριών.

  Το δραματικό τέλος δημιουργεί μια στεναχώρια μεγάλη για την έκβαση των γεγονότων.  Όμως οι τρεις γυναίκες δικαιώνονται. Φροντίζοντας και οι τρεις ένα ψεύτικο μωρό, φροντίζουν την ψυχή τους, και είναι η πρώτη στιγμή μέσα στο έργο που ενώ συναισθηματικά είναι τσακισμένες και βρίσκονται έγκλειστες ασχολούνται πραγματικά με τον εαυτό τους και το βαθύτερο είναι τους.

  Υπάρχει κάτι αποκαλυπτικό και διδακτικό στο κείμενο.  Το έργο αυτό φωνάζει στις γυναίκες να μην δέχονται άλλο πια κακοποίηση και να μην είναι έρμαια την ενδοοικογενειακής βίας, είτε αυτή είναι λεκτική ή σωματική. Στο τέλος της παράστασης η σκηνοθέτις αποκάλυψε ότι περισσότερες από τριάντα γυναίκες που παρακολούθησαν την παράσταση, τα τέσσερα χρόνια που παίχτηκε στο θέατρο, ζήτησαν βοήθεια από διάφορους θεσμούς, έχοντας πέσει θύματα ενδοοικογενειακής βίας.

   Τελειώνοντας το  έργο ο θεατής έμενε να αναρωτιέται: «Θα μπορούσε να μου συμβεί και εμένα όλο αυτό; θα μπορούσε να συμβεί  στα παιδιά μου, στην αδερφή, στη φίλη μου;» Είναι –σχεδόν- κανόνας- ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων έχει δεχτεί κάποιο είδος κακοποίησης και ίσως-όχι ηθελημένα απαραίτητα, να έχουμε προκαλέσει κάποια κακοποίηση σε άλλους. Ξεχνάμε ότι οι ψυχές των ανθρώπων μοιάζουν με μωρά, σαν το μωρό στο τέλος του έργου και θέλουν χάδια, φροντίδα, σεβασμό. Εύκολα κακοποιούνται οι ψυχές και οι πόνοι που προκαλούνται από αυτή την κακοποίηση, γίνονται το φορτίο στις ζωές των ανθρώπων, το βαρίδι στα πόδια τους, ο ευνουχισμός των φτερών, η αιτία για τόσες ασθένειες.

  Οι τρεις ηθοποιοί είναι χαρισματικές. Στην Άντα Τσεσμελή-Edwards, έβλεπες μια ψυχή και ένα σώμα να πάσχουν. Η σωματικότητα του παιξίματος της, ο λόγος που είχε περάσει από το βίωμα είχε εγγραφτεί στο σώμα της ταλαντούχου ηθοποιού. Tην είδαμε να διαλύεται στη σκηνή, να μας χαρίζει τα κομμάτια της ένα ένα.

  Η Δέσποινα Γονιάδου,  καταπληκτική ηθοποιός με ένα εξωτερικό μπαλαντζάρισμα στο παίξιμο της από την κωμωδία στο δράμα, με μια καταπληκτική αμεσότητα. Στο ρόλο έβλεπες μια γυναίκα όλο προβλήματα την οποία με βάση τα πρότυπα που στήνονται από τη μόδα και τα ΜΜΕ θα μπορούσε κανείς να την ακυρώσει, μα έφτανες στο σημείο να την αγαπάς.

  Η Γιολάντα Μπαλαούρα, έκανε ένα μαγικό κύλισμα από την δύναμη στην αδυναμία. Δεν μπορούσες να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της. Έβλεπες για όμορφη παρουσία με έναν δύσκολο χαρακτήρα να είναι γυναίκα και παιδί μαζί , να είναι ξένη αλλά και δική μας.

  Τελειώνοντας η παράσταση, μετά το μεγάλο χειροκρότημα, στα βουρκωμένα μάτια των θεατών, όταν οι ηθοποιοί κατέβηκαν από το σανίδι, παρατήρησα το εξής: Ο κόσμος δεν ήθελε να φύγει από το θέατρο. Περίμεναν τις ηθοποιούς να βγουν για να τους σφίξουν το χέρι, να τις χαϊδέψουν λίγο στην πλάτη ή  στα μαλλιά. Να συγχαρούν τις ηθοποιούς και συγχρόνως να δείξουν την αγάπη τους και την τρυφερότητα στις ηρωίδες, οι οποίες βρίσκονταν πριν λίγο στη σκηνή.

  Η παράσταση αυτή είναι μια απόδειξη της δύναμης του θεάτρου. Γιατί βρίσκεις μέσα σε αυτήν τη μαγεία του θεάτρου.

  Κάνουμε θέατρο για την ψυχή μας, είχε πει ο Κουν. Και όταν οι συντελεστές μιας παράστασης ποιούν ήθος, ξέρουμε γιατί πρέπει, γιατί θέλουμε να είμαστε εκεί.

  Κλείνοντας θα ήθελα να μην παραλείψω την καταπληκτική ζωντανή μουσική του Αλέξανδρου Βελισσάρη.  Πρόσθεσε στο σκληρό περιεχόμενο της παράστασης έναν λυρισμό, τόνισε τις κορυφώσεις και επέτεινε το συναίσθημα.

  Το σκηνικό, είχε τα απολύτως απαραίτητα, ντυμένα όλα με σελοφάν. Σαν αυτό που τυλίγουμε του φόβους μας, τη φωνή μας, την αντίστασή μας, την ομορφιά μας. Αποστεωμένο και αποστασιωμένο  σκηνικό, απόδειξη πως οι υπερπαραγωγές πρέπει να είναι μέσα μας κάτι που η  παράσταση το πέτυχε με μεγάλη επιτυχία.

  Το έργο έχει περιοδεύσει για τέσσερα χρόνια και έχει παιχτεί και στις γυναικείες φυλακές Διαβατών, επιβεβαιώνοντας σε όλα τα επίπεδα πως «Όμορφοί άνθρωποι κάνουν όμορφα πράγματα», και η κριτική αυτή προέκυψε από την τελευταία τους παράσταση στο Δημοτικό Θέατρο Πεύκης τον Δεκέμβριο του 2018.

Ε.Γ.

Έφη Γεωργάκη

Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης "Ράμπα"

BA in European Culture Studies

MSc in Creative Writing