ἐν βιβλίῳ

«Καλά, πού το ανακάλυψες αυτό;» με ρώτησε εντυπωσιασμένη η Αλίκη μόλις επιτέλους κατάφερα να παραβιάσω την ατσάλινη πόρτα που μας χώριζε από προμήθειες αρκετών μηνών». Το ταξίδι μέσα στο ταξίδι διαρκεί αιώνες ανθρωπιάς τέλειας κα ατελούς μαζί, οι οποίοι για να διασχίσουν τα πέρατα του είναι τους χρειάζεται να δουλεύει τα σωθικά τους μια ψυχή, από έναν επουράνιο και συγχρόνως κολασμένο δημιουργό, μια καθολική επιθυμία στο τετράγωνο όμως, ζωή για περισσότερη ζωή, για να αυτοκαταργήσει τα σύνορά της και να αναγκάσει ακόμα και τον θάνατο να ενταχθεί ειλικρινώς στην επικράτειά της. Τέτοια ταξίδια στον ψυχισμό της ύλης και στην ύλη του ψυχισμού, ανανεώνουν και ανανεώνονται φθειρόμενα και φθείροντας, ωστόσο, η Λογοτεχνία γιγνώσκοντας εμπειρικώς τη ζωοφόρα αυτή φθορά, είναι η μόνη οντότητα που δύναται να μετουσιωθεί σ’ αυτά και να κατανοήσει τη φύση αλλά και τον σκοπό τους, γι’ αυτό ακριβώς αφυπνίζει Πένες σαν του Κύριου Γιάννη Κυζιρόπουλου. «Ήταν περίπου στα χρόνια μου, είκοσι τρία στα είκοσι τέσσερα, κι έτσι η άγουρη θηλυκότητά της την έκανε να μοιάζει περισσότερο με κοριτσάκι παρά με γυναίκα». Στο, Καφκικής γενεάς και υπαρξιακού στόχου, μυθιστόρημα «ΣΤΗ ΓΗ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΑΣ ΘΛΙΨΗΣ», από τις Εκδόσεις Πνοή, ο χρόνος απαρνιέται, το σώμα που του υποδεικνύει να γερνά ό,τι πονά και αυτά τα οποία αυτοξεχνιούνται, κάπου στη διχασμένη ειρήνη ανάμεσα στη συνείδηση και τον πιο αληθινό της εαυτό, το ασυνείδητο, ως αυτοποινή για όσα δεν τόλμησαν να σκεφτούν, επαναστατεί έναντι του προορισμού του, δηλαδή το τέλος των πάντων, αποδέχεται το δικό του και στο πρώτο του ξημέρωμα στην απόλυτη θνητότητα περπατά ως μικρό παιδί πλάι στην ακρογιαλιά εκείνη που ουδέποτε ενθυμείτο κρατώντας το χέρι του παρελθόντος του. «Καθώς απομακρυνόμουν, άκουσα τον Γιώργο να μουγκρίζει κάτι ζοχαδιασμένος». Σκόνη η αθανασία, που τη φυσούν τα θνητά συναισθήματα και σκορπίζεται στην απεραντοσύνη του εγωισμού του κόσμου να παραδεχτεί πόσο ανάγκη έχει να νιώθει αθώος. Αντίκρυ στην θάλασσα των εαυτών μας, όλα επανακρινόμενα, όλα συνένοχα του φωτός, και όλα ερωτευμένα με τον τρόπο που γεννιέται ένα αύριο πρωτίστως εντός μας. «Εκτόξευσα τη λεπίδα προς το μέρος του για να τον καθυστερήσω, κι άρχισα να τρέχω προς τη χαραμάδα φωτός στο βάθος της αποθήκης, δίχως να χάσω στιγμή για να δω αν πέτυχα τον στόχο μου». Το εν λόγω ανάγνωσμα μάς υπενθυμίζει τον λόγο που η Λογοτεχνία είναι το κυρίαρχο ον των Τεχνών μα και της ανθρώπινης φύσεως. Συγχαρητήρια και καλοτάξιδο κύριε Γιάννη Κυζιρόπουλε.

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο Ιάσονας και οι φίλοι του πασχίζουν να επιβιώσουν σε μια Αθήνα που μαστίζεται από λιμό. Στην προσπάθειά τους να βρουν τροφή πέφτουν σε ενέδρα, με αποτέλεσμα να χάσει τους συντρόφους του. Ο ίδιος καταφέρνει να διαφύγει και κάνει σκοπό της ζωής του να πάρει εκδίκηση. Στην πορεία γνωρίζει έναν μυστηριώδη ξένο που θα αλλάξει όλα όσα νόμιζε πως ήξερε, καθώς και τον έρωτα της ζωής του. Μέσα από ζωντανές περιγραφές, αναδρομές στο παρελθόν και αλλεπάλληλες ανατροπές, ξετυλίγεται μαεστρικά μια αλληλουχία γεγονότων η οποία οδηγεί την πλοκή προς μία κορύφωση που έχει χτιστεί από την πρώτη κιόλας σελίδα.

Πρόκειται για μια ιστορία για τις ιδέες, τον έρωτα, την αγάπη, την ελευθερία, τη νομοτέλεια που διέπει τον κόσμο και την αναζήτηση του νοήματος της ύπαρξης. Οι κεντρικοί χαρακτήρες μοιάζουν παγιδευμένοι σε μια σκακιστική παρτίδα στον χωροχρόνο, και μας κάνουν να αναρωτιόμαστε κατά πόσον μπορούμε να ελέγξουμε τη ζωή και τη μοίρα μας. Ένα αλληγορικό αστικό μυθιστόρημα, ένα σκοτεινό παραμύθι, που ακροβατεί ανάμεσα στον ωμό ρεαλισμό της καθημερινότητας και τον ρομαντισμό μιας άλλης εποχής, εμπνευσμένο από την κλασική λογοτεχνία. Ένα βιβλίο γι’ αυτούς που έχουν χάσει κάτι δικό τους για πάντα, για όσους έχουν την ανάγκη να αισθανθούν. Ένα βιβλίο για τους μοναχικούς νοσταλγούς του επέκεινα…

«Δεν είμαστε τίποτε άλλο παρά δέντρα που στέκουν αγέρωχα, μονάχα μέχρι να τα κατακρεουργήσει ο αδυσώπητος πέλεκυς της ζωής, με τρόπο που μόνο εκείνη ξέρει. Κι αν τύχει και σταθούμε τυχεροί, και πέσουμε σε χέρια εργατικά, ίσως τότε, τουλάχιστον, προκύψει κάτι όμορφο απ’ αυτή την τόσο αναπάντεχη τραγωδία…»

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Γιάννης Κυζιρόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα τον Ιούλιο του 1994. Σπούδασε στη Γεωπονική σχολή του ΑΠΘ και πραγματοποίησε το μεταπτυχιακό του στη Φαρμακευτική Αθηνών. Μετά τη δυναμική και πολλά υποσχόμενη είσοδό του στον χώρο της λογοτεχνίας με το «Από Μέσα Πεθαμένοι» το 2017, τώρα μας δίνει το δεύτερο μυθιστόρημά του «Στη γη της αιώνιας θλίψης» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πνοή.

Αλέξανδρος Δαμουλιάνος

School of Philosophy

BA in Literature

at National and Capodistrian University of Athens

Επικοινωνήστε μαζί μας!

info@envivlio.com

mob : 6944018135

  • Instagram
  • Black Facebook Icon
  • Black Twitter Icon