Lemon - Θέατρο Radar

   Ενας ωκεανός συναισθημάτων περιμένει τον θεατή που θα αποφασίσει να ανέβει στο καράβι και να συνταξιδέψει με τον T.D. Lemons Χιλιαεννιακόσια (Μελαχρινός Βελέντζας) στο θέατρο Ραντάρ. Ένα ταξίδι με προορισμό την Αμερική, συνεχείς στάσεις, νηνεμία, φουρτούνα, νότες, πιάνο. Ένα ταξίδι όπου ο ήρωας εμφανίζεται άλλες φορές ευτυχής με την πραγματικότητα που βιώνει και  άλλες να αναζητά τη δική του στεριά, τη δική του ουτοπία.

  ​Ο Χιλιαεννιακόσια βρέθηκε πάνω σε ένα πιάνο, όταν ήταν μωρό. Ένα πιάνο που δεν εγκατέλειψε ποτέ. Μα ούτε εκείνο τον εγκατέλειψε. Ο ήρωας ζει για να παίζει ή παίζει για να ζει. O αυτοδίδακτος πιανίστας Χιλιαεννιακόσια μεγαλώνει και ανδρώνεται στο καράβι. Εκεί στο ίδιο περιβάλλον αγγίζει την τρίτη δεκαετία της ζωής του, χωρίς να έχει ποτέ βγει από αυτό. Τότε είναι που νιώθει πως ήρθε η ώρα να πραγματοποιήσει το επόμενο βήμα, ένα πρώτο βήμα σε στέρεο έδαφος, μακριά από τον μικρόκοσμο του πλοίου.

  ​Στη θεατρική παράσταση που αποτελεί διασκευή του θεατρικού μονολόγου του Alessandro Baricco, από τη Γεωργία Τσαγκαράκη, ο ήρωας διαθλάται σε δυο χαρακτήρες: τον γνώριμο πιανίστα T.D. Lemons Χιλιαεννιακόσια του πρωτότυπου έργου και τον φίλο του τρομπετίστα, Τιμ Τούνυ (Γιώργος Δρίβας). 

    ​Η μουσική είναι το μέσο δια του οποίου οι δύο ηθοποιοί μεταδίδουν με αριστοτεχνικό τρόπο τα υπόρρητα μηνύματα της εξαιρετικής αυτής παράστασης. Ο θεατής συνταξιδεύει με τους δυο ήρωες σε ένα καράβι φορτωμένο με ποικίλα συναισθήματα που δυναμιτίζουν βαθύ προβληματισμό. Νοιώθει τον ενθουσιασμό, την ανησυχία, τον φόβο, την απογοήτευση, την ευτυχία, και την ικανοποίηση των χαρακτήρων. Μια ικανοποίηση που πηγάζει μέσα από τη γνώση της μουσικής, της μελωδίας, της σύνθεσης, από το αγαπημένο πιάνο που φωτίζει το βλέμμα του πρωταγωνιστή.

  ​Κάποια στιγμή λοιπόν η … Αμερική φαντάζει να είναι μια θελκτική διέξοδος και γίνεται ένας εφικτός προορισμός, η μόνη επιλογή για μια ομαλή μετάβαση από τον έναν κόσμο στον άλλο.

  Ο Μελαχρινός Βελέντζας μεταδίδει άριστα το μήνυμα της αμφιταλάντευσης του ήρωα μεταξύ των δυο αυτών κόσμων. Μέσα από μια άρτια κινησιολογία κοινωνεί το αίσθημα ασφάλειας που νιώθει περιχαρακωμένος στο τετριμμένο. Η ερμηνεία του ηθοποιού επιτυγχάνει να μεταδώσει στο κοινό τον φόβο του ήρωα για το άγνωστο, την κατάπνιξη του ερωτισμού και εν τέλει την αυτοπαγίδευσή του. Ο Μελαχρινός Βελέντζας μεταφέρει με αμεσότητα το δίλημμα του ήρωα και συμπαρασύρει τους θεατές σε έναν εσωτερικό διάλογο μέσα από τη συγκινητικά δυνατή ερμηνεία του.

  O Γιώργιος Δρίβας ξεδιπλώνει μια πιο ανάλαφρη προσωπικότητα, το alter ego του Χιλιαεννιακόσια. Ένας ήρωας που παραπέμπει στους χαρακτηριστικούς τύπους της commedia dell’ arte, πιο τολμηρός στη σκέψη, παρακινητικός. καταφέρνει με την πληθωρική ερμηνεία του να δώσει μια ιδιαίτερη ορμή στην αφέλεια και στον αυθορμητισμό. Ο τρόπος που παίζει το δικό του μουσικό όργανο, συμβαδίζει με την κωμικότητά του, αποτελεί όμως και μια από τις πιο δυνατές συναισθηματικά στιγμές της παράστασης, όταν η πλοκή ανατρέπεται.

  Ο θεατής μοιάζει να γίνεται μάρτυρας του διαλόγου των δυο εαυτών του Χιλιαεννιακόσια και να προβληματίζεται τελικά αν …η «Αμερική» είναι ουτοπία. Σε αυτήν την αλληγορία στην οποία εισέρχεται το πνεύμα του μέσα από την έξοχη ερμηνεία των πρωταγωνιστών, τίθεται το βασικό ερώτημα αν είμαστε έτοιμοι να απαγκιστρωθούμε από ένα λιμνάζον παρόν, να αποτινάξουμε τα δεσμά που μας κρατούν παγιδευμένους σε μια νοσηρή πραγματικότητα την οποία ενδεχομένως να έχουμε αποδεχτεί, να έχουμε ωραιοποιήσει και να μην τολμούμε να δούμε πέρα από αυτήν. Η όχι;

  Η εκφραστική δεινότητα του Μελαχρινού Βελέντζα μας δίνει το περιθώριο και για μια διαφορετική  ερμηνεία της ψυχολογίας του ήρωα που υποδύεται.  Δεν είναι απαραίτητο ο άνθρωπος να ακολουθήσει το σύνολο, τη μάζα, την κοινή ταυτότητα. Πώς είναι δυνατόν μέσα σε αυτό το πλήθος να μπορεί κάποιος να επιλέξει έναν και μόνο συγκεκριμένο τρόπο ζωής όταν έχει τόσες επιλογές, αναρωτιέται ο Χιλιαεννιακόσια. Η αποδοχή ενός μικρού ασφαλούς πλαισίου δεν είναι πάντα πρόβλημα. Τουλάχιστον όχι για τον ήρωα. Το θέμα δεν είναι αν κάποιος τολμά να αλλάξει την καθημερινότητά του αλλά αν υπάρχει λόγος να το κάνει. Η αλλαγή αυτή για τον Χιλιαεννιακόσια, την οποία ο φίλος του θεωρεί απόλυτα αναγκαία, δεν είναι σαφές αν θα τον ωφελήσει τελικά.

  Η παράσταση έχει καφκικές αναφορές εκκινώντας από το ίδιο το κείμενο, την ευρηματική σκηνοθεσία της Γεωργίας Τσαγκαράκη αλλά και το σκηνικό : Οι δυο πρωταγωνιστές κινούνται στο χώρο με τέτοιο τρόπο ώστε επικοινωνείται επιτυχώς  η αίσθηση του αδιεξόδου, του ασφυκτικού αισθήματος της απομόνωσης, της περιπλάνησης σε έναν γεωμετρικά δομημένο χώρο. Ο Χιλιαεννιακόσια, μοιάζει συχνά ευτυχισμένος, αποδεχόμενος πλήρως τη συνθήκη στην οποία ζει. Το κοινό νιώθει αίσθημα αδικίας απέναντι στον ήρωα, ο οποίος βιώνει μια  πραγματικότητα στα όρια του νοσηρού, χωρίς να έχει πράξει κάτι για το οποίο πρέπει να τιμωρηθεί.

 

Το “Lemon” είναι είναι μια ξεχωριστή παράσταση, μια σύμπλευση με δύο πρωταγωνιστές των οποίων η άριστη κινησιολογία, το υποκριτικό βάθος, ο εκφραστικός πλούτος μεταλλάσσουν το έργο σε ένα ταξίδι και τον θεατή σε επιβάτη, ο οποίος με το τέλος της παράστασης  ανοίγοντας την πόρτα και βγαίνοντας από το θέατρο αναρωτιέται αν γνωρίζει ποιος είναι  (ή πρέπει να είναι) ο προορισμός του.

 

Πάνος Αντωνόπουλος

BA in Journalism

BA in Greek Culture Studies

MBA

MSc in Creative Writing