Ε.Γ.: Δημήτρη Τζουβάλη, μπορείτε, θέλετε, να τοποθετήσετε τον εαυτό σας μέσα στον κόσμο; Ποιος είστε τέλος πάντων;

 

Δ.Τ.: Θα μπορούσα ν’ απαντήσω όπως ο Οδυσσέας, γιατί δεν αισθάνομαι ξεχωριστός, και για να γλυτώσω από τις αδέσποτες πέτρες των κυκλώπων. Ο Κανένας είμαι. Προσπαθώ να είμαι ένα κομματάκι μαγιάς, που θα φουσκώσει το ψωμί του κόσμου που αγαπάω, του κόσμου που με περιβάλλει, όλου του κόσμου δηλαδή. Συνήθως, εισπράττω την αντίδραση της πλειοψηφίας των κόκκων αλεύρου, που δεν θέλουν να ζυμωθούν και επιτίθενται. Κραταιά επίθεση, που προσπαθεί να αλώσει την ίδια τους την υπόσταση, καθόσον αποτελούν τους πολίτες της ανοχύρωτης πόλης των ονείρων μου.

 

Ε.Γ.: Τι σας αρέσει να κάνετε, πως θέλετε να περνάτε τις ώρες σας, τι λαχταράτε πιο πολύ, τι σας μαγεύει σε αυτή τη ζωή, τι σας γοητεύει, τι σας αφήνει αδιάφορο, τι σας θυμώνει, τι σας αγανακτεί;

Δ.Τ.: Πυρ ομαδόν η ερώτηση! Μου αρέσει, λαχταράω, με μαγεύει, η συνάφεια με τους ανθρώπους. Θέλω να περνάω όλον τον χρόνο μου μαζί τους, τίποτε δεν μ’ αφήνει αδιάφορο, τίποτε δεν με θυμώνει τόσο που να σταματήσω να το συναναστρέφομαι. Δεν είμαι άγιος, απαντάω φυσιολογικά στις καλές και στις κακές προκλήσεις. Ξεχνάω εύκολα τη συμπεριφορά των άλλων που με έβλαψε, θυμάμαι βασανιστικά τη δική μου συμπεριφορά που έβλαψε άλλους. Ζητάω συγνώμη και προσπαθώ να διορθώνομαι. Η σύγκρουση, “διορθώνει” εγωιστικά και φαινομενικά τις κοινωνίες, που βράζουν μέσα τους. Η αλληλοκατανόηση, η ειρήνη η ελευθερία και η αγάπη, είναι υλικά που μπορούν να χτίσουν υγιείς κοινωνίες και κόσμους.

Ε.Γ.:Ποια δύναμη σας υποκινεί να γράφετε;

Ο άνθρωπος είναι η κινητήρια δύναμη. Στην καθημερινή μου συναναστροφή, συναντάω ποικίλους ανθρώπους, ωραίους ανθρώπους, συγκλονιστικούς ανθρώπους, γοητευτικούς ανθρώπους, τραγικούς ανθρώπους. Ποικίλες οι συμπεριφορές. Μου δημιουργούν την επιθυμία να τους περιγράψω, γι αυτούς που δεν έχουν το χρόνο, δεν έχουν την τύχη να τους συναντήσουν.

Ο άνθρωπος είναι ο κοντυλοφόρος μου,  και οι συμπεριφορές του το μελάνι μου.

Ο Δημήτριος Τζουβάλης (1946) είναι Έλληνας λογοτέχνης.

Γεννήθηκε στο Νεοχώρι Μεσολογγίου την 7/3/1946.

Το 2012, ίδρυσε με άλλα 30 ιδρυτικά μέλη τον σύλλογο Αλλοτροπία, στην Αντίκυρα Βοιωτίας.

Σπούδασε μαθηματικά και στατιστική στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλα Πληροφορική και Ρομποτική στο πολυτεχνείο της ίδιας πόλης.

Το 1970 εξέδιδε το λογοτεχνικό περιοδικό “Σύνθεση”.

Το 1989 ίδρυσε μαζί με τους λογοτέχνες  Αρσινόη Τζουβάλη, Αργύρη Λιόλιο και Δημήτρη Φαφούτη το περιοδικό “Εμβόλιμον”.

Ασχολήθηκε από το 1985 με το ερασιτεχνικό θέατρο, συγγράφοντας έργα και συμμετέχοντας ως σκηνοθέτης και ηθοποιός στην Θεατρική ομάδα του σωματείου των εργαζομένων στο Αλουμίνιο της Ελλάδος.

Επίσης ασχολήθηκε με την καλλιτεχνική κεραμική.

Ε.Γ.:Πως θα χαρακτηρίζατε λοιπόν τη σχέση σας με τη γραφή;

Η δική μου η σχέση με τη γραφή, είναι σαν μια ερωμένη που είναι δεμένη με αόρατα δεσμά με την ψυχή μου, κι έρχεται όταν αντιλαμβάνεται πως πλαντάζει και είναι έτοιμη να εκραγεί. Έρχεται και τη βοηθάει να εκτονωθεί. Αλλιώς, παρακολουθεί διακριτικά εκ του μακρόθεν.

Μια βολική σχέση, χωρίς σοβαρές υποχρεώσεις και δεσμεύσεις γάμου ή επαγγελματισμού.

 

Ε.Γ.:Κατά τη γνώμη σας, ποια είναι η δύναμη του λόγου; Και πως σχετίζεται ή συσχετίζεται η δύναμη του λόγου με τη δύναμη της φύσης;

 

Δ.Τ.:Ο λόγος, ως ρητορικό εργαλείο,  παθιάζει τον ακροατή και προσπαθεί να τον κάνει να ασπαστεί τη γνώμη που ο ρήτορας υπηρετεί. Ως ποίηση λογχίζει τη νωθρή ζωή να την ξυπνήσει από τον λήθαργο της απραξίας. Ως πεζός λόγος βγάζει τη ζωή μας στο πιάτο και μας δείχνει τα καλά και τα απαίσια που καταβροχθίζουμε.Ως θέατρο πλάθει ανθρώπους.Το γράψιμο, δεν είναι μια φυσιολογική ασχολία στη ζωή του ανθρώπου. Χρειάζεται σχετική απομόνωση για να γράψεις. Φαντάσου μια κοινωνία που όλοι οι άνθρωποι κλείνονται στον εαυτό τους για να γράψουν, να ζωγραφίσουν, να γράψουν μουσική. Φρίκη! Φαντάσου όμως και μια κοινωνία, χωρίς αυτούς τους λίγους “βαρεμένους”. Απελπισία!Ο Λόγος, με την μορφή των παραπάνω εκφάνσεών του, κυριαρχεί στη ζωή του ανθρώπου.

Ως αιτία κυριαρχεί στο σύμπαν.

Ε.Γ.:Το νέο σας βιβλίο λέγεται «Αν δεν τολμήσεις ψευτοζείς».Ήθελα να σας ρωτήσω λοιπόν, αν αυτό το «μότο», ήταν η άποψη σας, ο τρόπος που επιλέξατε να ζείτε από μικρός, ή αν προέκυψε στην πορεία της ζωής σας.

Δ.Τ.:Τον καιρό που πήγαινα εγώ στο σχολείο, οι ξυλιές στα χέρια στο Δημοτικό, και οι αποβολές στο Γυμνάσιο, ήταν τα μοναδικά εργαλεία για την “διαπαιδαγώγηση”, και οι εκπαιδευτικοί τα χρησιμοποιούσαν κατά κόρον. Ήθελαν διακαώς να τιμωρήσουν τη στάση ζωής μου και τις πράξεις μου, αλλά δεν εύρισκαν λογικά πατήματα για να το κάνουν, χωρίς να με κάνουν ήρωα στα μάτια των συμμαθητών μου.

Σήμερα τα πράγματα στα σχολεία είναι αλλιώτικα, καθώς οι εκπαιδευτικοί δεν είναι παιδαγωγοί, αλλά απλοί διεκπεραιωτές ύλης, πλην βέβαια ελαχίστων φωτεινών εξαιρέσεων.

Ε.Γ.:Μιλήστε μας για το βιβλίο σας.

Δ.Τ.:Το νέο βιβλίο μου, από τις εκδόσεις ΑΡΜΟΣ, είναι ένα μικρό μυθιστόρημα με συμπυκνωμένο λόγο.  Διαδραματίζεται στο Μεσολόγγι και την Αθήνα.Οι ήρωες ακροβατούν, εκτός ορίων, πάνω στο τεντωμένο σχοινί, που χωρίζει το φυσικόαπό το μεταφυσικό. Καταμεσής του χάους, παλεύουν ενάντια σε ακατανίκητες δυνάμεις. Φιλιώνουν με ακατάλυτους δεσμούς, ερωτεύονται με πάθος, αγαπούν κι αγαπιούνται.Κι όταν ονειρεύονται, οι πειρατές των ονείρων που καιροφυλακτούν, κάνουν ρεσάλτο και διαγουμίζουν τις ζωές, που φαντάζουν άσκοπες και έρημες, χωρίς τα όνειρά τους.

Αλλά, “Αν δεν τολμήσεις ψευτοζείς”, θαρρεύουν, και επανακτούν τα κλεμμένα τους όνειρα…Βρήκα πολύ ενδιαφέρον αυτό το διαρκές παιχνίδι ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως, το καλό και το κακό. Υπάρχει ένας δυϊσμός σχεδόν μυστικιστικός στο βιβλίο. Μιλήστε μας για αυτό.Το καλό και το κακό δεν είναι παρά οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Τα πραγματικά νομίσματα της ζωής μας, για να έχουν αξία, έχουν αναγκαστικά δύο όψεις. Αλλιώς είναι ψεύτικα νομίσματα για βασιλόπιτες. Τίποτε δεν υπάρχει που να μην ορίζεται από το αντίθετό του. Φώς και μη φως, σκότος και μη σκότος, καλό και μη καλό, κακό και μη κακό, θεός και μη θεός. Όλα ένα είναι συνυφασμένα μέσα στην ψυχή του ανθρώπου. Εκεί ζουν, εκεί μεταλλάσσονται. Η υπόθεση του βιβλίου και η λαχτάρα να αντιληφθώ, να παραδεχτώ και περιγράψω κάποιες αδιανόητες και αδικαιολόγητες απουσίες, μου έδωσε την ευκαιρία να προσπαθήσω να προσεγγίσω τέτοιες αιώνιες και τρομακτικές αλήθειες.

Όλα ένα είναι.

Ε.Γ.:Στην προσωπική μου ανάγνωση του βιβλίου, βρήκα να εμπλέκονται στοιχεία ρεαλισμού, μοντερνισμού, συμβολισμού. Τελικά ο Δημήτρης Τζουβάλης από τι νιώθει πως έχει επηρεαστεί; Ποια είναι  τα αγαπημένα σας αναγνώσματα και ποια αυτά που σε έχουν σημαδέψει;

Δ.Τ.:Έχω επηρεασθεί από τα παραμύθια της γιαγιάς και της μάνας μου. Ακόμα πιστεύω πως η γιαγιά μου ήταν νεράιδα, και η μάνα μου νεραϊδοκόρη, και μπορούσαν να γίνονται ορατές και αόρατες κατά βούληση. Πως μπορούσαν να καλέσουν οντότητες από το υπερπέραν και να συζητήσουν μαζί τους. Να τους κάνουν και να τους ζητήσουν χατίρια. Από τις ιστορίες των γερόντων επηρεάστηκα, που μαζεύονταν τα βράδια στις αυλές και έλεγαν ιστορίες με τελώνια, συναπαντήματα με το απόλυτο κακό, με τον ίδιο το θεό ή νόμιμους εκπροσώπους του.

Από τα δημοτικά τραγούδια επηρεάστηκα, και ονειρευόμουν πως πάλευα με τον χάροντα σε μαρμαρένια αλώνια. Από τους απόκοτους ήρωες επηρεάστηκα. Ο Καβάφης και ο Καζαντζάκης, ήρθαν στην εφηβεία και της έδωσαν λάμψη.

 

 

«Τίποτε δεν υπάρχει που να μην ορίζεται από το αντίθετό του. Φώς και μη φως, σκότος και μη σκότος, καλό και μη καλό, κακό και μη κακό, θεός και μη θεός».

«Ο λόγος, ως ρητορικό εργαλείο,  παθιάζει τον ακροατή και προσπαθεί να τον κάνει να ασπαστεί τη γνώμη που ο ρήτορας υπηρετεί».

Ε.Γ.:Τι θα λέγατε σε κάποιον νέο συγγραφέα; Τι θα τον συμβουλεύατε για τη συγγραφή;

 

Δ.Τ.:Σε κάποιον που καίγεται να γίνει επαγγελματίας συγγραφέας, θα του έλεγα τρία πράγματα, τα εξής δύο, και είναι ένα και μοναδικό, Δουλειά.Με τη λέξη “Δουλειά”, εννοώ, μελέτη των ανθρώπων, διάβασμα παντοειδών βιβλίων, και έρωτα.Με τη λέξη “Έρωτας”, εννοώ δίψα για ζωή.

 

Ε.Γ.:Από όσο γνωρίζω τα τελευταία χρόνια ασχολείστεμε την τέχνη ευρύτερα. Θα θέλατε να μας μιλήσετε για όλα αυτά τα θαυμάσια που κάνετε;

Δ.Τ.:Γράφω κατά περίοδο διαφορετικά πράγματα. Όταν θέλω να ξεκουραστώ, έχω περίοδο ποίησης και γράφω στίχους για τραγούδια. Όταν περνάω μπροστά από σχολεία, ξεκινάει περίοδος γραφής θεατρικών με παιδιά. Ύστερα μαζεύω τα παιδιά κι ανεβάζουμε παράσταση. Όταν έχω περίοδο λόγου πεζού, τότε τέρμα το διάλειμμα.

Η καθημερινή μου ασχολία, είναι ο χώρος πολιτισμού ΑΛΟΤΡΟΠΙΑ, με πολυποίκιλο μουσείο, δανειστική βιβλιοθήκη, πινακοθήκη, γλυπτοθήκη, προγράμματα και εκδηλώσεις για μεγάλους, αλλά κυρίως για παιδιά. Τον χώρο διευθύνει επιτυχημένα, η σύντροφός μου Δήμητρα Παρασχαράκη.

Ε.Γ.:Αν θα μπορούσατε να αλλάξετε κάτι στη ζωή σας ή σε όλον τον κόσμο, τι θα αλλάζατε;

Δ.Τ.:Είναι μια παραπλανητική ερώτηση, γιατί ουσιαστικά με ρωτάς, όσον αφορά στον κόσμο, τι θα άλλαζα αν ήμουνα θεός, γιατί ένας θεός και δύσκολα, θα μπορούσε ν’ αλλάξει τον κόσμο. Για τον εαυτό μου, ξέρω πως δεν είμαι κι ο καλύτερος άνθρωπος, και θα άλλαζα πολλά αν μπορούσα. Δεν θα πω όμως τα αδύνατα σημεία μου, για να μην χρησιμοποιηθούν εναντίον μου σε κανένα δικαστήριο, ετούτου, ή …του άλλου κόσμου.

Ε.Γ.:Υπήρξε κάποια στιγμή που να είπατε ότι για αυτή και μόνο άξιζε που ζήσατε;

Δ.Τ.:Εκφράζω την ευγνωμοσύνη μου στη ζωή, κι όποιον κρύβεται πίσω της, για όλες τις στιγμές που μου χάρισε. Οι χαρούμενες στιγμές, μου έδωσαν φτερά να πετάξω. Οι λυπητερές στιγμές, με έμαθαν να πετάω με σοφία.

 

 

Ε.Γ.:Θα ήθελα να συνεχίσουμε αυτή την ωραία συνέντευξη με ένα παιχνίδι. Θα ήθελα χωρίς να στο σκεφτείτε πολύ να μου πείτε τις εφτά αγαπημένες σας λέξεις, τα πέντε αγαπημένα σας βιβλία, τα τρία αγαπημένα σας τραγούδια κι ένα μήνυμα για αυτούς που μας διαβάζουν τώρα.

Δ.Τ.:Λέω τις λέξεις με τη σειρά που βγαίνουν από μέσα μου: Ελευθερία, αγάπη, έρωτας, φιλία, ευγνωμοσύνη, συγνώμη, αθανασία.

Για τα βιβλία, δύσκολο, πρέπει να σκεφτώ λίγο: Η Ασκητική του Καζαντζάκη, η Σιδηρά Διαθήκη του Δημητρακόπουλου, Πελοποννησιακός πόλεμος του Θουκυδίδη, Αντιγόνη του Σοφοκλέους, Απολογία Σωκράτους, του Πλάτωνος.

Τα τραγούδια μου έρχονται πιο αυθόρμητα: Οι πονεμένες οι καρδιές, (Μαριώ), Ορφέας (Μανώλης Λιδάκης), Το ζεμπέκικο της Δήμητρας, (Χρήστος Ζωγράφος). Όσο για το μήνυμα σας απαντάω με κάποιους επίκαιρους στίχους μου:

 

Άκου λαέ περήφανε με το θλιμμένο ύφος

Τη δύναμη επιλογής που έχει μία ψήφος

Πρόσεχε μην την κλέβουνε κοινοί απατεώνες

Που την πατρίδα νέμονται άπαντες τους αιώνες

 

 

Ε.Γ.:Κλείνοντας θα σας παρακαλέσω να φτιάξετε μόνος σας μια ερώτηση και να την απαντήσετε. Τι θα θέλατε να ερωτηθείτε και δεν ερωτηθήκατε;

Δ.Τ.:Δεν με ρωτήσατε για τις δύο καλύτερες θεατρικές παραστάσεις που παρακολούθησα φέτος. “Φθινοπωρινή ιστορία”, του Αρμπούζωφ, με την Άννα Γεραλή και τον Λάμπρο Τσάγκα, “Ντίβες  backstage” της Έφης Γεωργάκη, με τις Εύα Κεχαγιά, Μαρία Μανωλοπούλου, Μαρία Πλυτά.

 

Σας ευχαριστώ πολύ!

Έφη Γεωργάκη