Σοφία Γιαννούλη

BA in Cultural Technology and Communication - University of the Aegean

MSc in Creative Writing

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ

   Αρχέτυπα. Ποια η συμβολή τους και σε τι οφείλεται η αιωνιότητά τους; Σύμφωνα με τον Jung, τα αρχέτυπα προϋπάρχουν της συνείδησης γι’ αυτό και η υπόστασή τους πραγματώνεται μέσα από τα αρχέγονα ένστικτα. Αν, όμως, τα διαβάσουμε ως σημεία, εντάσσοντάς τα στις ευρύτερες δομές της σύγχρονης πραγματικότητας (δομιστική προσέγγιση), ποιες είναι οι κοινωνικές και πολιτισμικές συνδηλώσεις τους; Τα αρχέτυπα συνάπτουν αρραγείς σχέσεις με τη γη, το σημείο εκκίνησης της ύπαρξης. Οι έννοιες (καλό, κακό, έρωτας, ζωή, θάνατος) δεν ερμηνεύονται με βάση κάποιον -τουλάχιστον εμφανή- υπαινιγμό, αντίθετα είναι οικείες και όταν συγκεκριμένες εξωτερικές δυνάμεις ασκήσουν πίεση, επανατοποθετούν το ανθρώπινο υποκείμενο στην αρχική του κατάσταση χωρίς την ανάγκη να φιλτράρει τυχόν νοήματα που υπόκεινται στην ελαφρότητα της ερμηνευτικής ρευστότητας και που θα τον αποσυντονίσουν.

   Παρατηρούμε, λοιπόν, την ανάγκη δημιουργίας ενός κέντρου/σημείου αναφοράς, γύρω από το οποίο χτίζεται το «βάρος της ασφάλειας», καθώς ο χώρος γίνεται ορισμένος από ένα νοητικό τείχος, δίνοντας έτσι, την αίσθηση του «ανήκω». Για να διασφαλίσει τη σταθερότητα του «βάρους» του, το ανθρώπινο υποκείμενο αντικαθιστά τα «ελλείποντα» του πεδίου του με αιτιοκρατικές ερμηνείες που επικυρώνουν την ύπαρξή του. Αν η Λογική θεωρείται η βάση της προόδου, τότε θεωρείται και η «βασίλισσα» της αιτιοκρατίας. Μεταπρατικές εξουσίες, εκμεταλλευόμενες την τάση του ανθρώπου να αναζητά τρόπους διασύνδεσης με τα αρχέτυπα, μηχανεύονται καθολικές απαντήσεις διαμορφώνοντας συμπαγείς μάζες. Αλλά ποιος είναι ο ιδανικότερος τρόπος να ελέγχεις «υπόγεια» μια μάζα; Ο φανατισμός.

   Πυρήνας καταστροφής με φόντο φαινόμενα μίσους, ως τελική έκβαση της παθητικότητας που αναπτύσσει ο κομφορμισμός. Σε αυτό το πλαίσιο, ο φανατισμός τροφοδοτεί τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό, τον σοβινισμό και τον άκαμπτο, εν τέλει, εθνικισμό, ως μοναδικές πύλες απόδειξης μιας πραγματολογικής ιστορικής συνέχειας και υπεροχής, αλλά και ως γνήσιους «εκτελεστές» μιας παράδοσης και μάλιστα σε μια εποχή με διαφορετικά δεδομένα και ανάγκες. Κατ’ επέκταση, τα ηνία της μάζας κινούνται προς οτιδήποτε αλλότριο και συντάσσονται με ακραίες θέσεις και συμπεριφορές όσον αφορά το ρατσισμό και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ενδιάμεσες θέσεις που ειπώνονται με φράσεις όπως «ναι μεν, αλλά…», μαρτυρούν μια προσπάθεια απομάκρυνσης από τη μάζα, χωρίς, ωστόσο, να διαφοροποιούνται από αυτήν, αφού αντανακλούν το «φαίνεσθαι» και όχι στο «είναι». Θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα άτομα αυτά σείονται στην άκρη της ακτίνας και χαρακτηρίζονται από μια «ενεργή παθητικότητα».

   Γίνεται αντιληπτό, ότι η ανάγκη για απόκτηση περισσότερων σταθερών που νοηματοδοτούν την ύπαρξη στενεύουν το εύρος του νοητικού μας τείχους, με συνακόλουθη επίπτωση τη σμίκρυνση της ακτίνας. Συσπειρωνόμαστε γύρω από τον άξονά μας με μοναδική κατεύθυνση το «πάνω» και το «κάτω» (υποδεικνύοντας μια κλίμακα ανώτερου-κατώτερου), αφού η μετακίνηση προς οποιαδήποτε άλλη κατεύθυνση μεταφράζεται ως «απόσταση» από το κέντρο μας και κατά συνέπεια από την ασφάλειά μας. Μήπως, όμως, το νόημα βρίσκεται έξω τελικά από τις σταθερές μας; Ο φαινομενικός εφησυχασμός που προσφέρουν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα των αιτιοκρατικών σχέσεων, καθιστούν τις νοητικές μας λειτουργείες αδρανείς και αδύνατες να παράγουν έργο, αυξάνοντας, έτσι, την εσωτερική «εντροπία» -του απαλλαγμένου από εξωτερικά ερεθίσματα κλειστού μας συστήματος- μέχρι το τελικό στάδιο της πνευματικής αποσύνθεσης.

   Η αντιστροφή θα επέλθει με την συνειδητοποίηση της βραχύβιας ύπαρξης, καθώς ο χρόνος ξαφνικά συρρικνώνεται και η ακτίνα αρχίζει ακούσια να απομακρύνεται από το σταθερό κέντρο μας, τείνοντας προς την πλήρη αταξία του διανοητικού μας συστήματος. Θέτοντας σε εφαρμογή διαδικασίες επιτάχυνσης, οι οποίες θα καλύψουν τον χρόνο που σπαταλήθηκε στην ψευδαίσθηση της αιωνιότητας και του άφθαρτου που υποσχέθηκαν οι μετα-αφηγήσεις (π.χ. χριστιανισμός), επιχειρούμε να αφομοιώσουμε όλη την –ας πούμε- αντικειμενική γνώση, αφού οι κοινωνικές συμβάσεις μας ωθούσαν στο να τις απορρίπτουμε. Ο χρόνος μας, όμως, είναι πεπερασμένος, με αποτέλεσμα να προβάλλουμε πτυχές του εαυτού μας που είναι συνυφασμένες με τους διαθέσιμους πόρους εμπειρίας που έτυχε να προσλάβουμε σε δεδομένο χωροχρόνο. Αν λάβουμε υπόψη το τελευταίο, ότι ο εαυτός δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα συνονθύλευμα τυχαίων εμπειριών, καθώς και τη θεωρία του Ελβετού γλωσσολόγου Φερντινάν ντε Σωσσύρ, ότι η γλώσσα προϋπάρχει του εαυτού και κατασκευάζει την πραγματικότητα, μεταβαίνουμε στο αποκεντρωμένο σύμπαν των μεταδομιστών, σύμφωνα με τους οποίους ο εαυτός είναι απόρροια κοινωνικών και γλωσσικών δυνάμεων, εφόσον η ίδια η πραγματικότητα είναι κειμενική.

   Στο σύμπαν αυτό δεν υπάρχουν σταθερές και οποιαδήποτε προσπάθεια χειραφέτησης του γλωσσικού συστήματος αποβαίνει άκαρπη, εφόσον το νόημα μοιάζει με ατέρμονα βρόχο που δίνει κάθε φορά διαφορετικό αποτέλεσμα στον δέκτη. Αντίστοιχα, αν προσμετρήσουμε και τα πεδία των επιστημονικών ανακαλύψεων, θα συλλάβουμε μια οπτική πραγματικότητας με μοναδικό σημείο αναφοράς την αβεβαιότητα. Η Αρχή της Απροσδιοριστίας του Χάιζενμπεργκ στην κβαντομηχανική έρχεται να καταρρίψει την αρχή της αιτιοκρατίας του Λαπλάς, εφόσον η θέση του ηλεκτρονίου δεν εντοπίζεται νομοτελειακά, αλλά μόνο κατά τη στιγμή της παρατήρησης. Ο Αϊνστάιν με τη  θεωρία της σχετικότητας του χωροχρόνου ανατρέπει τον Νεύτωνα, ενώ η συμβολή του Φρόιντ και του Λακάν στην ψυχαναλυτική θεωρία με την εμφάνιση του ασυνείδητου, ως πυρήνα της ύπαρξής μας, αποδομεί την αντίληψη ενός ενιαίου και αδιαίρετου εαυτού.

   Στην προκείμενη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα τα σταθερά κέντρα διαβρώθηκαν καθώς διανύουμε το στάδιο της προσομοίωσης, όπου τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και αυταπάτης κάπου συγχέονται. Ζώντας, λοιπόν, ταυτόχρονα δυο ζωές, της καθημερινής και της ψηφιακής, μπορούμε να κάνουμε λόγο για μια «πραγματικότητα υβριδικής ταυτότητας». Τέλος, όσον αφορά τις δυτικές κοινωνίες κυρίως, λόγω της παγκοσμιοποίησης, οι έννοιες της εθνικής συνείδησης και του εθνικού χαρακτήρα δεν υφίστανται παρά μόνο τοπικά και σε μεμονωμένες σοβινιστικές ομάδες. Μελλοντικά, η ευρύτερη αποδοχή αυτής της αιωρούμενης κατάστασης, όπου επικρατούν υποκειμενικά ίχνη και όχι η εγγενής γνώση, θα επέλθει με τις τέχνες. Γενικεύοντας τη «μυθική μέθοδο» του Έλιοτ, η τάση του ανθρώπου να οπτικοποιεί τη φαντασία και να προκαλεί συγκίνηση μέσω της αντικειμενικής συστοιχίας, μας παραπέμπει στα αρχέτυπα, στην κατάσταση που ο διασπασμένος εαυτός επιχειρεί να ενοποιήσει τα κομμάτια του και να βιώσει την αθανασία.

   Άτομα, θεωρίες και ανακαλύψεις, όλοι καθόμαστε στην στρογγυλή τράπεζα, χωρίς κορυφές και κοιλότητες, όχι για την κατάκτηση της μίας και μοναδικής αλήθειας αλλά για το πώς θα βιώσουμε τη γοητεία από τη συνεύρεση των δύο διαφορετικών κόσμων. Της λογικής που συνάπτει κοινωνικά συμβόλαια και της διάσπασης με την οποία πορεύεται ο άνθρωπος ως «κλασματική μονάδα».

Σ.Γ.