Το τραπέζι των Χριστουγέννων

  Παραμονή Χριστουγέννων. Κρύα νύχτα, παγωμένος βοριάς τρύπωνε από τα παράθυρα. Λυσσομανούσε απ΄έξω και οι ελάχιστοι περαστικοί με τις κάπες τους και τα μάλλινα καπέλα προχωρούσαν ενάντια στον άνεμο, τη μοναξιά και τη λήθη.

  Η ξυλόσομπα έκαιγε και η ζέστη της αντιστέκονταν στον καιρό. Όσο μπορούσε τουλάχιστον. Οι φλόγες σχεδόν παραισθησιακές, έφτιαχναν ένα παραμυθένιο σκηνικό που σε συνδυασμό με τα λαμπάκια του δέντρου είχαν μια ελαφράδα αλλοτινού καιρού.

  Το τραπέζι ήταν στρωμένο γιορτινά. Αυτά τα Χριστούγεννα υπόσχονταν να είναι τα ωραιότερα. Εκείνη, με το καλό φόρεμα και τα  κόκκινα λουστρίνια είχε βάλει τα καλά της από μέσα κι απ’ έξω για τους εκλεχτούς καλεσμένους.

  Πρώτοι ήρθαν ο παππούς κι η γιαγιά. Την κοίταξαν και είπαν αυτό που λέγανε πάντα. «Πω πω… πως μεγάλωσες! Και ομόρφυνες στ’ αλήθεια!».  Η γιαγιά κρατούσε στα χέρια την μεγάλη σφυρήλατη κατσαρόλα. «Αυτό είναι από εμάς. Σου φτιάξαμε σαλιγκάρια», είπε. «Δηλαδή όχι εγώ, ο παππούς σου. Εγώ ξέρεις, ήμουν η βοηθός του.» Πριν προλάβει να πάρει την κατσαρόλα, ο παππούς, της είπε να τον πλησιάσει. Έβγαλε από την τσέπη του μια μικρή σοκολάτα, από αυτές που είχαν μέσα μια κάρτα από ένα παραμύθι και ένα τσαλακωμένο χαρτί με κάτι μέσα. Ήξερε…. Ήταν το αντίδωρο τυλιγμένο στη Φωνή Κυρίου. «Αυτά είναι για το κοριτσάκι μου», είπε.

  Ακούμπησε τα δώρα του παππού στο μικρό επιπλάκι στο χολ και πήγε την κατσαρόλα στην κουζίνα.

  Επιστρέφοντας, τους κοίταξε καλύτερα. Και οι δυο έμοιαζε να έχουν πάρει λίγο βάρος και τα μάγουλα τους είχαν κοκκινίσει-ίσως από το τσουχτερό κρύο. Φορούσαν και οι δυο τα γιορτινά τους. Ο παππούς το γκρι κουστούμι του και την ασορτί του ρεπούμπλικα και η γιαγιά το σκούρο της  φόρεμα με τα ανοιχτόχρωμα μικρά ανθάκια, το κολιέ με τις μικρές πέρλες και το μαύρο μπροκάρ παλτό.

  Πήρε τα ρούχα τους για να τα κρεμάσει και τα τίναξε χαϊδεύοντας τα.

  Κάθισαν όλοι μαζί στο σαλόνι. Είχαν πάντα τόσα πολλά νέα να πουν, μα αυτή τη φορά ήταν σαν να είχαν να μιλήσουν αιώνες, ενώ μυστηριωδώς ήταν κάθε μέρα μαζί.

«Είμαστε τόσο μαζί και τόσο μακριά», τους είπε.

«Είμαστε πάντα μαζί», της απάντησε ο παππούς.

«Τότε γιατί μου λείπετε;»

«Γιατί μεγαλώνεις και τραβάς το δρόμο σου.»

  Συνέχισαν με τα νέα τους. Για την εκκλησία, τους συγγενείς στην Αμερική, τον παππού Αριστείδη και την γιαγιά τη Μαίρη και τόσους άλλους. Ο παππούς και η γιαγιά τον τελευταίο καιρό που δεν είχαν πια την ανατροφή των παιδιών είχαν κοινωνικοποιηθεί πολύ. Βλέπανε τα αδέλφια της γιαγιάς που ήταν χρόνια μακριά, φίλους τους από το χωριό και ένα σωρό άλλον κόσμο.

  Τους κοίταζε. Ήταν περήφανη για τους πρόγονούς της και τόσο χαρούμενη που ήταν καλά. «Σας αγαπώ,» τους είπε και έπιασε τα χέρια τους σφιχτά. Ο παππούς είχε μακριά δάχτυλα. Η γιαγιά χέρια χάδια.

Χτύπησε η πόρτα. Ήταν ο Βασίλης. Μπήκε μέσα με το τεράστιο χαμόγελο και το μουστάκι του.

«Σου έφερα αυτό» της είπε, «ξέρω ότι είναι το αγαπημένο σου.»

Άνοιξε το πακέτο και δεν το πίστευε. Ήταν το ραδιοφωνάκι που είχε πάντα στο κρεβάτι του.

«Για να ακούς μουσικές τις νύχτες που θα νιώθεις μοναξιά ή θα φοβάσαι. «Ξέρεις τι λέμε για τον φόβο, θυμάσαι;»

«Θυμάμαι,» του είπε. «Ο φόβος, ένα πράγμα φοβάται: την μουσική. Μα… θείε… αφού το χρησιμοποιείς εσύ!

«Εγώ δεν φοβάμαι τίποτα πια», της απάντησε και προχώρησε να καθίσει στο σαλονάκι. Μετά από λίγο κοίταξε τη βιβλιοθήκη απέναντι.

«Τα έχεις ακόμα τα βιβλία που σου χάρισα,» είπε με ένα γελάκι.

«Όπως βλέπεις!», του απάντησε.

«Σε βοήθησαν καθόλου;»

«Σε αυτά χρωστώ την αγάπη μου για τα βιβλία και τις σπουδές μου».

  Μετά ήρθε ο Κώστας, ο αδερφός του Βασίλη. Ο Κώστας στα μάτια της ήταν πάντα όμορφος. Ήταν δυνατός, νευρικός, φωνακλάς και γλυκός μαζί. Της τσίμπησε το μάγουλο και της χαμογέλασε. Ήταν ντυμένος όμορφα και έμοιαζε τουλάχιστον δέκα χρόνια νεότερος.

«Τι έγινε;», της είπε, «κάνεις κάτι με τα όνειρα σου;»

«Ότι μπορώ», του απάντησε.

«Κοίτα να μην αφήσεις τα ταλέντα σου να πάνε στράφι. Τόσο όμορφη και με τόσο καλή καρδια…»

«Εσύ, πως είσαι του είπε; Πέρασαν οι πόνοι;»

«Είναι πολύ καιρός που είμαι καλά. Δεν πονάω καθόλου πια.»

 Μετά ήρθαν η γιαγιά Αλεξάνδρα και η γιαγιά η Μαίρη. Και οι δύο μαυροφορεμένες, αλλά αυτή τη φορά με το καλό μαύρο μαντίλι στα μαλλιά, αυτό που συνήθιζαν να φορούν στους γάμους και στις γιορτάδες.

  Αγκάλιαζε μια τη μία γιαγιά και μια την άλλη. Είχε τόσον καιρό να τις δει. Οι γιαγιές μύριζαν όμορφα σαπούνι και λιβάνι και κρατούσαν στα χέρια τους η μία ένα παλιό πιάτο και η άλλη ρόδι. «Για να σπάσει το κακό», της είπαν γνωρίζοντας την αδυναμία της να είναι αυτή που εκτελεί τις επιταγές των εθίμων.

  Μετά μπήκε η Βούλα. Κρατούσε στα χέρια ένα μεγάλο τάπερ με πίτες. «Οι αγαπημένες σου», της είπε.

«Μα καλά… έφτιαξες πίτες σήμερα;»

«Για το κοριτσάκι μου, δε θα έφτιαχνα;» απάντησε.

  Η Βούλα. Κοντούλα και λίγο γεμάτη μα τόσο δυνατή. Είχε ένα μεγάλο χαμόγελο και μάτια που σε κοίταζαν βαθιά. «Ήθελα να γλυκάνω το αντάμωμά μας», της είπε.

  Ακολουθούσε η Νίκη:

«Περνάς κάτω απ΄το σπίτι μου και δε έρχεσαι να με δεις, της είπε με παράπονο.»

«Μα δεν προλαβαίνω» απάντησε και ντράπηκε για την τόση βιασύνη τόσα χρόνια. Κι ένιωσε πως πια ήταν αργά.

  Τελευταίος μπήκε ο Σωτήρης. Ήταν χαμογελαστός και όμορφος. Της έκανε εντύπωση που ήρθε μόνος του. Συνήθως έρχονταν με παρέα.

 «Πως είσαι;» του είπε.

«Καλά της απάντησε… αλλά με το ταξίδι μου λείψατε όλοι τόσο πολύ.»

«Κι εμάς κι εμάς μας έλειψες», του είπε και τον πήρε μια ζεστή αγκαλιά.

  Σέρβιρε όλους ένα λικέρ βύσσινο, στα παλιά ποτηράκια της γιαγιάς στο δίσκο της Νίκης, με συνταγή της Βούλας, ενώ η μουσική έπαιζε ιταλικά τραγούδια-τα αγαπημένα του Βασίλη και έκανε τα αστεία του Κώστα, φορώντας στους ώμους ένα μαντίλι που το είχαν κάνει δώρο οι άλλες γιαγιάδες, ενώ τη βοηθούσε ο Σωτήρης στο μοίρασμα…

  Δεν τους χόρταινε. Λέγανε και λέγανε και λέγανε. Είχαν τόσες ιστορίες να μοιραστούν.

  Λίγο μετά στο τραπέζι, άρχισαν οι ιστορίες από τα παλιά. Ανάμεσα στα τσουγκρίσματα άκουγες γέλια κι έλεγες πως καμιά σκιά θλίψης και απώλειας δεν τους είχαν σκοτεινιάσει.

  Αυτό το βράδυ δεν ήθελε να τελειώσει. Είχε καιρό να τους δει, της είχαν λείψει. Πότε χάιδευε τον έναν πότε τον άλλον και πότε έπαιρνε τα χέρια τους και την αγάπη τους. Ρούφαγε τις μυρωδιές τους και έκλεβε τους ήχους τους, τη μελωδία που έφτανε από τα γλυκόλαλα στόματα.

  Στο τραπέζι είχε μια άδεια θέση-την άφηνε πάντα μην τυχόν κι έρχονταν κάποιος που είχε ανάγκη ή ο Άγιος Βασίλης. Το έκανε πάντα όχι μόνο στις γιορτές.

  Χτύπησε η πόρτα.  Ένας άντρας δυνατός, νευρικός, επέβαλε την παρουσία μπαίνοντας μέσα.

«Με καλέσατε σήμερα», είπε.

  Τον κοίταξε. Είχε κάτι το απροσδιόριστα γνωστό αυτός άντρας.

«Ναι», του απάντησε. Χωρίς να ξέρει ακριβώς ποιος είναι.

«Είμαι ο πατέρας της Άννας», είπε.

  Τον αγκάλιασε. «Χρόνια πολλά» του είπε, «καλώς ήρθατε.»

  Εκείνος μπήκε, χαιρέτησε, μα πριν κάτσει στο τραπέζι σταμάτησε στο γραφείο, έπιασε ένα τετράδιο το χάιδεψε και το μύρισε με όλη του τη δύναμη.

«Μου λείπει», είπε. «Την αγαπώ και δεν της το είπα ποτέ όπως ήθελα.» Το τετράδιο ήταν ένα δώρο της Άννας… πως το ήξερε;

«Είστε καλά;» Τον ρώτησε.

«Είμαι καλά… αλλά αυτές τις μέρες θα ήθελα να είμαι με το κοριτσάκι μου.» Στα μάτια του έβλεπες την αγάπη του πατέρα.

Πριν κάτσει καλά ξανά, χτύπησε πάλι η πόρτα.

Ένας ακόμα άγνωστος.

«Χρόνια πολλά, μπορώ να περάσω,» είπε δισταχτικά.

«Είμαι ο πατέρας του Πάνου.»

«Και βέβαια, περάστε, Χρόνια πολλά», του είπε.

Είχε κάτι το μελαγχολικό αυτός ο άντρας στο βλέμμα του.

«Θα έρθει ο Πάνος σήμερα;» ρώτησε με μια αγωνία.

«Όχι»

«Είναι καλά;»

«Είναι μια χαρά»

  Ο άντρας έβγαλε το παλτό του και διακριτικά σκούπισε το πρόσωπό του.

«Είναι ευαίσθητο παιδί», είπε «και σπουδαίο παιδί.»

  Πήγε μια ακόμα καρέκλα στην τραπεζαρία και σέρβιρε  τους δυο απρόσμενους επισκέπτες. Το δείπνο ήταν πιο καλό από ότι και η ίδια περίμενε. Μιλούσαν για τους αγαπημένους τους, για τα νέα τους και ο πατέρας της Άννας με τον πατέρα του Πάνου κοντράρονταν για ποιανού το παιδί ήταν καλύτερο και γελούσαν. Ιστορίες, γέλια και τσουγκρίσματα γεμάτα ευχές πλημμύριζαν το δωμάτιο.

  Κάποια στιγμή ο παππούς τότε πήρε τον λόγο.

«Θα σα πω μια ιστορία», είπε.

  Ένιωσε χαρούμενη, Ο παππούς έλεγε όλο ιστορίες αγάπης με έναν απλό, απαίδευτο τρόπο.

  «Μια φορά είπε, όταν ήμουν ακόμα μάγειρας στην αγορά, ήρθε μια νύχτα στο μαγαζί ένας άντρας ψηλός, λεπτός, νέος με μούσι και έμοιαζε πολύ κουρασμένος.  Ήταν περασμένη η ώρα και είχα μόνο και μάζευα και τα τελευταία. «Κάτσε,» του είπα, «κάτσε να πιούμε ένα κρασί και να φάμε μια μπουκιά ψωμί.» Δεν είχε μείνει τίποτα άλλο από φαγητό… Του έβαλα το κρασί βούτηξα μες τον κρασί το ψωμί και τον τάισα σχεδόν- τόσο εξαντλημένος ήταν. Με την πράξη μου αυτή γέλασε. «Ξέρεις τι μου έκανες τώρα;» είπε. Μου έδωσες το αίμα και το σώμα σου.» Κοκκίνισα. «Μη βλασφημείς καλέ μου άνθρωπε,» του είπα, «τούτα είναι τα λόγια του Χριστού μας.» Γέλασε δυνατά. «Του Χριστού και όποιου θέλει να του μοιάσει», είπε. «Όποιος μοιράζεται το φαί του, μοιράζεται και την ψυχή του». Με άγγιξαν τα λόγια του, μάγειρας ήμουνα, άνθρωπος του φαγητού και από τότε έδωσα μια υπόσχεση. Να μοιράζομαι το αίμα και το σώμα μου.

  Σήμερα… που το τραπέζι δεν είναι δικό μου, ένιωσα κάτι από τη μαγεία εκείνης της νύχτας και ευχαριστώ την εγγόνα μου για αυτό.»

  «Σε αγαπώ Παππού…» του είπε. «Σας αγαπώ όλους και σας κουβαλώ μέσα μου.»

  Η φλόγα της ξυλόσομπας τρεμόπαιξε πάλι και μια αχτίδα ξεγλίστρησε κι έπεσε στο αφημένο άλμπουμ με τις φωτογραφίες στο τραπεζάκι στο σαλόνι. Οι καλεσμένοι της ανάπνεαν μόνο από φωτογραφίες και ακούσματα. Εκείνη κουλουριασμένη στον καναπέ χαμογελούσε με τα μάτια κλειστά αγκαλιασμένη από τον Μορφέα.  Η καμπάνα άρχισε να χτυπά. Ξημέρωνε πια η μέρα των θαυμάτων και μια άλλη αχτίδα φώτισε ένα κομμάτι αντίδωρο τυλιγμένο με τη Φωνή Κυρίου στο τραπεζάκι της εισόδου…

Έφη Γεωργάκη

Η Έφη Γεωργάκη γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι πτυχιούχος Ευρωπαϊκού Πολιτισμού του τμήματος Ανθρωπιστικών σπουδών του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου και της Ανώτερης Δραματικής Σχολής Ράμπα. Παρακολουθεί δε, το κοινό διαπανεπιστημιακό  Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας με το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, «Δημιουργική Γραφή»
Το βιβλίο της «Ο Χρόνης έρχεται» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μωραΐτη.