«Τρεχάτε, κρυφτείτε»

«Τρεχάτε, κρυφτείτε». Η κυρά Στέλλα έτρεχε σαν τον ντελάλη δεξιά αριστερά στα δρομάκια της προσφυγικής μας γειτονιάς. Καθόμασταν όλοι μαζί στο μικρό δωμάτιο του σπιτιού όταν μάθαμε πως οι Γερμανοί έφτασαν. Η μάνα μου, η κυρά Κατίνα, έδεσε καλά τη μαντήλα της και άρχισε να δίνει οδηγίες. «Πάρε τα αγόρια Σταμάτη» πρόσταξε στον πατέρα «και πηγαίνετε απέναντι στο κατώι του κυρ Γιάννη». Κανείς δεν ήξερε τι σκοπό είχαν, γιατί είχαν έρθει, τι ήθελαν να κάνουν. Μείναμε οι δυο μας στο μικρό παράπηγμα που είχαμε για σπίτι, για να πάρουμε μερικά πράγματα μαζί μας, λίγα, όσα χρειαζόμασταν για να περάσει η νύχτα.

«Αμαλία, μάζευε γρήγορα μωρή, έρχονται»

 

Πριν προλάβω να βάλω τα φαγητά μέσα στο ψάθινο καλάθι της Κατίνας άκουσα τα βαριά βήματα στο δικό μας στενό. Έτρεξα γρήγορα στην ξύλινη σκάλα και βγήκα από την τρύπα της σκεπής στην επιφάνεια. Σκοτάδι.

Η πόρτα μας άνοιξε απότομα. Δυό από αυτούς μπούκαραν μέσα. Η Κατίνα με τρεμάμενα χέρια κοιτούσε δεξιά αριστερά. Οι Γερμανοί της μιλούσαν. Δεν καταλάβαινε τίποτα.

«Μοναχιά μου είμαι» έλεγε και ξανάλεγε.

 

Άκουγα τις φωνές τους. Η παλιά σκεπή ετοιμόρροπη. Σε δευτερόλεπτα ξάπλωσα ανάποδα και κρεμάστηκα με τα παπούτσια μου από το άνοιγμα της τρύπας. Τα χέρια μου στηρίζονταν από τα κεραμίδια. Προσπαθούσα να σταθώ ακίνητη μα γλυστρησα μπροστά. Οι άκρες των  ποδιών μου με κράτησαν σαν αγκίστρια απο τη μέση της σκεπής. Οι φωνές τους πλησίαζαν όλο και πιο πολύ. Ο ένας ανέβηκε λίγο τη σκάλα. Ένιωσα την παρουσία του τόσο κοντά μου. Το ελαφρύ αεράκι μου φυσούσε τα μαλλιά, και το παγωμένα κεραμίδια μου χάιδευαν τα μάγουλα. «Δεν θα αντέξω για πολύ ακόμα» σκεφτόμουν. Σιωπή.

Ξαφνικά άκουσα τη φωνή της μάνας.

«Είσαι καλά;»

 

Την επόμενη κατεβήκαμε στην πλατεία. Όλοι μαζί. Οι γονείς μου, τα αδέρφια μου κι εγώ. Ήμουν δεν θα ‘μουν έντεκα χρόνων.

Τότε τους είδα.

Δεν ακούγονταν φωνές, ομιλίες, τίποτα. Άρχισα να τρέχω γύρω από τα σώματα τους που κρέμονταν στο κέντρο της πλατείας προς παραδειγματισμό και συμμόρφωση. Έντεκα και αυτοί τον αριθμό. Περνούσα από δίπλα τους και ακουμπούσα τα παγωμένα χέρια τους. Τα κουνούσα μπροστά πίσω. Μια μακάβρια χειραψία. Ο θάνατος. Έντεκα θάνατοι μπροστά στα μάτια μου.

 

«Σταμάτα βρε αναθεματισμένο» φώναξε η μάνα μου και ο πατέρας γονάτισε μπροστά από τα σώματα μη μπορώντας να σταματήσει το κλάμα. Πήγα κοντά του και τον αγκάλιασα σφιχτά. Ήταν ζεστός και κατακόκκινος.

Πάνος Αντωνόπουλος

O Πάνος Ν. Αντωνόπουλος γεννήθηκε το 1978 στην Πάτρα και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε δημοσιογραφία και Ελληνικό Πολιτισμό. Κατέχει  μεταπτυχιακό τίτλο (ΜΒΑ) του πανεπiστημίου Cardiff Metropolitan, με ειδίκευση στο product development management, και παρακολουθεί το κοινό διαπανεπιστημιακό  Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας με το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, «Δημιουργική Γραφή». Βραβεύθηκε για το θεατρικό έργο του, «Το ελάφι», από την Ένωση Ελλήνων Σεναριογράφων και το Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης».