Δομήνικος

Ο Αρθούρος ήταν αρκετά ντροπαλός. Τα μεγάλα, ολοστρόγγυλα γυαλιά μυωπίας του τον έκαναν αντικείμενο χλευασμού από τους συμμαθητές του. Ένα σωρό παρατσούκλια του είχαν «κολλήσει» χωρίς να αντιλαμβάνονταν πως όλο αυτό τον στενοχωρούσε.
Ένα πρωινό που οι δάσκαλοι τους αποφάσισαν να τους πάνε εκδρομή σε ένα αλσάκι πολύ κοντά στο σχολείο τους, ο Αρθούρος έβαλε μπρος το σχέδιο του· αφού όλοι τον κορόιδευαν κι αυτός θα εξαφανιζόταν από τις ζωές τους.
To δύσκολο κομμάτι θα ήταν να ξεφύγει από την προσοχή των δασκάλων του. Για καλή του τύχη  δύο παιδιά τσακώθηκαν κι έτσι όλη η προσοχή στράφηκε πάνω τους.
Ο Αρθούρος «γλίστρησε» κάτω από την μύτη όλων και άρχισε να περιπλανιέται στο άλσος. Δεν ήταν μεγάλο αλλά ήταν κατάφυτο και άνετα θα μπορούσε να κρυφτεί εκεί μέσα. Στην περιπλάνηση του ανάμεσα από χορτάρια που του έφταναν ως τον αστράγαλο, καταπράσινα πευκάκια και ευκαλύπτους άρχισε να νιώθει ότι βρίσκεται σε κάποια ζούγκλα. Το έδαφος ήταν γεμάτο πευκοβελόνες και σπόρους ευκαλύπτου και όπως ήταν φυσικό κι επόμενο γλίστρησε κι έπεσε. Από την πτώση του βγήκαν τα γυαλιά του. Δια της αφής άρχισε να τα αναζητά στο χωμάτινο μονοπάτι.
«Πρόσεχε θα χωθούν κάτω από τα ξερόφυλλα», ακούστηκε μια ψιλή φωνούλα.
«Ποιος είναι;» ρώτησε ο Αρθούρος εξακολουθώντας να ψάχνει τα γυαλιά του. Ένιωσε κάτι να του δροσίζει τα δάχτυλα. Ήταν το μπράτσο από τα γυαλιά του. Τα πήρε στα χέρια του, σκούπισε βιαστικά τα τζάμια τους πάνω στο μπλουζάκι του και τα ξανά φόρεσε. «Που είσαι;», ρώτησε εξετάζοντας την περιοχή γύρω του.
«Εδώ πάνω!» ακούστηκε πάλι η ψιλή φωνούλα που έμοιαζε να έρχεται από τα πιο ψηλά κλαδιά των δέντρων. Σήκωσε το κεφάλι του και είδε μια σκιά να στέκεται από πάνω του. Το μόνο που μπόρεσε να διακρίνει ήταν δύο μάτια.

Την ίδια στιγμή οι δάσκαλοι του είχαν χωρίσει τα δύο παιδιά, τους επέπληξαν, περιποιήθηκαν τα τραύματα τους, ειδοποίησαν τους γονείς τους και λίγη ώρα αργότερα τους είχαν πάει στο σπίτι τους. 
Κάποιοι από τους συμμαθητές του Αρθούρου παρατήρησαν την απουσία του. Από στόμα σε στόμα λίγο αργότερα όλοι είχαν μάθει για την εξαφάνιση του. «Ίσως να παίζει κρυφτό», είπαν κάποιοι μα όταν συνειδητοποίησαν πως κανείς δεν τον είχε δει για αρκετή ώρα άρχισαν να ανησυχούν όμως φοβόντουσαν να ειδοποιήσουν τους μεγάλους γιατί θα έπρεπε να τους πουν τον πραγματικό λόγο που ώθησε τον Αρθούρο στο φευγιό του.
Τα παιδιά δεν άργησαν να οργανώσουν αποστολή αναζήτησης του χαμένου τους συμμαθητή.

«Ποιος είσαι;», επανέλαβε ο Αρθούρος όταν η σκιά με έναν απότομο σάλτο προσγειώθηκε μπροστά του.
«Με λένε Δομήνικο» αποκρίθηκε ένα γκρι μαλλιαρό πλάσμα.
Ο Αρθούρος τον κοίταξε εξεταστικά για λίγα λεπτά πριν να αφήσει τις λέξεις να βγουν διστακτικά από τα χείλη του: «Εί… είσαι… κουνέλι;».
«Όχι βέβαια! Λαγός είμαι», απάντησε θιγμένος ο Δομίνικος.
«Αλήθεια; Γιατί μοιάζεις με κουνέλι».
«Δεν είμαι όμως! Είμαι λαγός» αποκρίθηκε ακόμα πιο θιγμένος από πριν.
Το παιδί άρχισε να γυρνάει γύρω από το ζωάκι.
«Περίεργος είσαι. Κοντός και χοντρ…» δίστασε να εκφέρει την τελευταία λέξη μιας και είδε τον Δομήνικο να αγριεύει κι άλλο. «Αφράτος ήθελα να πω… Ξέρεις λόγο του τριχώματος» προσπάθησε διορθώσει τα λόγια του.
«Πολύ εύκολο το έχεις να κρίνεις τους άλλους μικρέ».
«Μικρέ; Εσύ είσαι μέχρι το γόνατο μου τι λες;».
«Αν σηκώσω τα αυτιά μου όμως…» απάντησε φουσκώνοντας από υπερηφάνεια αλλά αφήνοντας μετέωρη την φράση του όταν το παιδί του έπιασε το ένα αυτί και το σήκωσε όρθιο. Αυτό έφτανε σχεδόν στο ύψος των ματιών του Αρθούρου.
«Πράγματι, είσαι ψηλός τελικά», είπε ο μικρούλης διασκεδάζοντας με τον οξύθυμο λαγό με την ψιλή φωνή.
Από μακριά άκουσε παιδικές φωνές να τον καλούν.
«Γιατί έφυγες από τους φίλους σου;» ζήτησε να μάθει ο Δομήνικος.
«Δεν είναι φίλοι μου ή για την ακρίβεια δεν με θεωρούν φίλο τους».
«Πως το ξέρεις;».
«Μα όλη την ώρα με προσβάλουν!» είπε λυπημένα.
«Χμμ μα αυτό δεν έκανες κι εσύ πριν λίγο μαζί μου;».
«Εγώ δεν το έκανα για κακό».
«Δεν μπορείς να λες αυτό που θέλεις χωρίς να σκέφτεσαι τις συνέπειες των λόγων σου».
«Έχεις δίκιο… συγγνώμη για πριν».
«Δεν πειράζει. Πάντως, εγώ νιώθω ότι ανησυχούν για σένα».
«Δεν νομίζω», είπε θλιμμένα.
Τα παιδιά προχωρούσαν στο άλσος. Ο Αρθούρος είδε πως τον είχαν φτάσει σχεδόν. Όταν έφτασαν κοντά του τον ρώτησαν που είχε εξαφανιστεί και, λίγο πολύ, όλοι παραδέχτηκαν την ανησυχία τους για εκείνον.
«Στο είπα ότι ανησυχούν για σένα».
«Έτσι φαίνεται».
«Αρθούρε σε ποιον μιλάς;» τον ρώτησε ένα αγόρι.
«Στον Δομήνικο».
«Στον ποιο;» ακούστηκαν όλες οι παιδικές φωνές μαζί.
«Δεν το βλέπετε το κουν… εμ το λαγό;».
«Ποιο λαγό, Αρθούρε; Μόνο εσένα βλέπουμε».
«Δομήνικε τι λένε;».
«Α ναι πρέπει να ξέρεις πως δεν μπορούν να με δουν όλοι».
Ο Αρθούρος προσπάθησε να τον πείσει να εμφανιστεί μπροστά στα υπόλοιπα παιδιά αλλιώς εκείνοι δεν θα σταμάταγαν να τον κοροϊδεύουν. Ο Δομήνικος του εξήγησε πως μόνο τα παιδιά με καλή ψυχή ήταν άξια να τον δουν. Ο μικρός ανασήκωσε τα γυαλιά του, μετέφερε τα όσα είχε μάθει στους συμμαθητές του κι έπειτα έμεινε σιωπηλός. Λίγο μετά κοίταξε κατάματα τον Δομήνικο και είπε: «Τα παιδιά έκαναν μαζί μου ότι εγώ με σένα, με κορόιδευαν. Όμως όταν είδαν πως χάθηκα ανησύχησαν κι έψαξαν να με βρουν. Αυτό δεν αποδεικνύει την καλή τους ψυχή;».
Ο Δομήνικος χτύπησε τα γούνινα δάχτυλα του μεταξύ τους. Πλέον ήταν ορατός σε όλους.
«Ναι καλέ μου Αρθούρε, μπορεί να τσακώνεστε και να μαλώνετε αλλά σε μια δύσκολη κατάσταση είστε ενωμένοι σαν γροθιά. Ανησυχείτε ο ένας για τον άλλο και αυτό είναι ό,τι πιο δυνατό υπάρχει σε μια γενναιόδωρη ψυχή».
«Δηλαδή;», ρώτησαν όλα τα παιδάκια μαζί.
Ο Δομήνικος χαμογέλασε «Δηλαδή, η καλοσύνη σας είναι αυτή που θα σας ενώνει πάντα και που θα σας κάνει να με βλέπετε για πάντα».
«Μα δεν καταλαβαίνω, εγώ, γιατί όμως εγώ σε έβλεπα;».
«Εσύ καλέ μου, έχεις το καλύτερο δώρο μέσα σου».
«Δηλαδή;» επανέλαβε μόνο ο Αρθούρος αυτή την φορά.
Ο λαγός χαμογέλασε για ακόμα μια φορά, «έχεις μέσα σου το δώρο της ανιδιοτελούς αγάπης και της συγχώρεσης. Μην αλλάξεις ποτέ αγόρι μου και πάντα να συγχωρείς τόσο εύκολα όσο αυτή τη στιγμή».
«Τι εννοείς;».
Από μακριά ακούστηκαν σφυρίγματα. Ήταν το σήμα των δασκάλων τους.
«Θα καταλάβεις όταν έρθει η ώρα», είπε ο Δομήνικος, «αλλά τώρα πρέπει να φύγετε».
«Θέλουμε να σε ξαναδούμε», φώναξαν όλα μαζί.
«Μα θα με βλέπετε. Κάθε φορά που θα έρχεστε εδώ».
Με αυτή την γλυκιά υπόσχεση τα παιδιά έφυγαν και κάθε φορά που επέστρεφαν στο αλσάκι πάντα συναντούσαν τον φίλο τους με την παράξενη φωνή. Τον σοφό γκρίζο λαγό που άκουγε στο όνομα ...Δομήνικος.

Νίκη Μουσούλη

***

Η Νίκη Μουσούλη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1990. Έχει πτυχίο Υποστήριξης Συστημάτων Εφαρμογών και Δικτύων Η/Υ του τομέα πληροφορικής.

Μιλάει Αγγλικά, Γαλλικά και Ιταλικά.
Λατρεύει τα ταξίδια και τη μουσική.

Διηγήματα της έχουν διακριθεί σε διαγωνισμούς διηγημάτων.

Μέχρι τώρα έχει εκδώσει τρία βιβλία.

Κείμενα έχουν δημοσιευτεί σε blogs και sites. Διατηρεί την δική της ραδιοφωνική εκπομπή στο web radio (http://syzefxi.myl2mr.com/) και το δικό της blog (https://nightmare8919.wordpress.com/). Όταν δεν γράφει τις ιστορίες της φτιάχνει κοσμήματα. Αυτή την περίοδο γράφει το επόμενο βιβλίο της.