Ηρακλειδών 22, Θησείο 118 51, Αθήνα, 210 3451390

            Ο κύριος Τ

 

Ξημέρωνε άλλη μία συνηθισμένη μέρα. Ή σχεδόν συνηθισμένη. Η πόλη χουχούλιαζε ακόμη. Οι δρόμοι άδειοι. Τα παντζούρια κατεβασμένα. Και το σκοτάδι σταδιακά ξεθώριαζε, σαν μαύρο μακό μπλουζάκι, που ξάσπριζε από πλύσιμο, σε πλύσιμο. Μια γάτα με οριζόντιες ραβδώσεις, με μια ουρά ενός άτυχου ποντικού να κρέμεται απ' την άκρη του στόματος της, περπατούσε αγέρωχη καταμεσής του έρημου δρόμου. Μονάχα ένα φως υπήρχε αναμμένο σ' ολόκληρη την γειτονιά εκείνη την ώρα. Ένα φως ασθενικό που διαρκώς τρεμόπαιζε. Το φως από την κουζίνα του κύριου Τ. 

           

Ο κύριος Τ είχε από ώρα ξυπνήσει. Ήτανε πολύ πρωινός τύπος άλλωστε. Ήτανε απ' τους ανθρώπους που πίστευε ότι ο ύπνος είναι για τους τεμπέληδες, κι ο κύριος Τ δεν θεωρούσε τον εαυτό του τεμπέλη. Έτσι καθημερινά σηκώνονταν αξημέρωτα και έπινε τον καφέ του. Διπλό ελληνικό, σκέτο. Έτρωγε μία φρυγανιά και κάτι, ποτέ δύο ολόκληρες, με βούτυρο και μέλι, αφού πρώτα φυσικά καθάριζε τα μάτια του, το πρόσωπο του και έστρωνε τα ελάχιστα μαλλιά που του είχαν απομείνει με λίγο νερό. Ίσα ίσα για να μην στέκονται όρθια και για να κρύβουν, έστω και αποτυχημένα, τη φαλακρή περιοχή του κεφαλιού του.

           

Σήμερα ωστόσο, ο κύριος Τ επέτρεψε στον εαυτό του να φάει περισσότερες από μία και κάτι φρυγανιές με μέλι. Παράξενο βέβαια, αν αναλογιστεί κανείς πως ο κύριος Τ ήταν άνθρωπος της συνήθειας. Άνθρωπος με όρια που σχεδόν ποτέ δεν τα ξεπερνούσε. Αφού έφαγε το πρωινό του και τοποθέτησε το πιάτο με τα ψίχουλα και το φλιτζάνι με το κατακάθι του καφέ στο νεροχύτη, επέστρεψε στο υπνοδωμάτιο. Φόρεσε το καλό του κοστούμι. Ένα είχε εξάλλου. Άθικτο από τη φθορά του χρόνου. Ήταν περίπου τέλειο. Λίγο κοντό στα πόδια, με αποτέλεσμα οι αστράγαλοι του να μένουν ξέσκεποι.

           

Φόρεσε και τα δερμάτινα παπούτσια του κι ας είχαν ξεφλουδίσει στις μύτες. Έκανε τον κύκλο του διπλού κρεβατιού και στάθηκε για λίγα λεπτά μπροστά από την κυρία Τ. Κοιμότανε. Τα μαλλιά της απλωμένα σαν πλοκάμια μέδουσας, κι απ' το μισάνοιχτο στόμα της, έτρεχε ένα μικρό ρυάκι σάλιου, που μούσκευε το μαξιλάρι. Ο κύριος Τ έμεινε εκεί, με τα χέρια κολλημένα πάνω στο σώμα και τα πόδια ενωμένα μεταξύ τους. Κράτησε την ανάσα του. Ακίνητος, αθόρυβος, πετρωμένος σαν άγαλμα. Μόνο τα μάτια του κινούνταν. Έτρεχαν πάνω κάτω στην κοιμισμένη φιγούρα της γυναίκας του. Στάθηκαν για όσο κρατά το σβήσιμο της φλόγας ενός κεριού, στον δεξί της αστράγαλο, που 'χε γλιστρήσει έξω από το πάπλωμα. Ύστερα τα μάτια του κίνησαν για το πρόσωπο της. Μακάριο μες στον ύπνο του. Εκεί στάθηκαν για περισσότερο. Μέχρι να το χορτάσουν.

           

Ο κύριος Τ έσκυψε στη γούβα του λαιμού της. Εισέπνευσε βαθιά. Η αλμυρή μυρωδιά του ιδρώτα με 'κείνη την ντελικάτη του τριανταφυλλένιου αρώματος της, εισχώρησαν στα ρουθούνια του, και χαράχτηκαν βαθιά στη μνήμη του. Αθόρυβα όπως είχε μπει πριν από μερικά λεπτά, ο κύριος Τ βγήκε απ' τη συζυγική κρεβατοκάμαρα κι έκλεισε πίσω του την πόρτα. Εκείνη τον αποχαιρέτησε με ένα αμυδρό τριγμό.

           

Κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο της κόρης του. Δεν πήγαινε σχολείο ακόμη, αλλά ο κύριος Τ της είχε μάθει ήδη να γράφει το όνομα της και να διαβάζει, έστω συλλαβίζοντας κάποια σύντομα σε έκταση παραμύθια. Γλίστρησε απ' τη μισάνοιχτη πόρτα σαν σκιά και πλησίασε το παιδικό κρεβάτι. Μαζεμένη ένα ανθρώπινο κουβάρι, η κόρη του κύριου Τ κοιμόταν γαλήνια κι ας είχε γλιστρήσει το πάπλωμα στο πάτωμα. Ο κύριος Τ το σήκωσε, το τίναξε, προσπαθώντας να μην προξενήσει κάποιον θόρυβο και την σκέπασε πάλι, προσεκτικά. Έγειρε μετά το πρόσωπο του και άφησε ένα απαλό φιλί στο μέτωπο της. Άπλωσε το χέρι, ένα χέρι που έτρεμε ελαφρώς και άγγιξε τα μαλλιά της. Τα δάκτυλα ταξίδεψαν επάνω τους, προσπαθώντας να φυλακίσουν την αίσθηση που άφηναν μες στην παλάμη του. Απαλή σαν καλοκαιρινό αεράκι.

           

Με βήματα αργά, ακουμπώντας τη μύτη του δεξιού παπουτσιού του, στο πίσω μέρος του αριστερού, βγήκε απ' το παιδικό δωμάτιο, παρατείνοντας με αυτό τον πρόχειρο, και παιδιάστικο  ταυτόχρονα τρόπο την παραμονή του. Άφησε πίσω του μισάνοιχτη την πόρτα. Πηγαίνοντας προς το σαλόνι, ξεκρέμασε απ' τον καλόγερο τον τριμμένο του χαρτοφύλακα και τον πέρασε στον ώμο. Το βάρος του ήταν ελάχιστο. Δεν είχε άλλωστε και τίποτα μέσα. Αν εξαιρέσουμε φυσικά πέντε φωτοτυπίες απ' το βιογραφικό του κύριου Τ, προστατευμένο το κάθε ένα από τα πέντε αντίγραφα στο δικό του διαφανές φύλλο. Α, και το κινητό του. Ένα κινητό που μέρες είχε να χτυπήσει, με την μπαταρία του σχεδόν αφόρτιστη, και βρίσκονταν ξεχασμένο στον πάτο του χαρτοφύλακα.

           

Ο κύριος Τ κατέβηκε χρησιμοποιώντας την σκάλα της πολυκατοικίας. Δεν είχε χρόνο, αλλά ούτε και την υπομονή να περιμένει. Βιάζονταν. Στον ημιώροφο συνάντησε για ακόμη μία φορά ένα ανέστιο κορμί της πόλης, που βρήκε την περασμένη νύχτα καταφύγιο στη δική τους πολυκατοικία. Κράτησε την ανάσα του, όχι γιατί η δυσωδία που ανέδιδαν οι πόροι από το δέρμα του άστεγου, τον ανακάτευαν, αλλά επειδή δεν ήθελε να τον ξυπνήσει. Βγήκε στον δρόμο δίχως να κοιτάξει δεξιά κι αριστερά. Βιάζονταν είπαμε. Ο δρόμος της γειτονιάς του ακόμη έρημος. Τα περισσότερα παντζούρια στις πολυκατοικίες, τώρα σηκώνονταν. Πέρασε απ' το περίπτερο, που βρίσκονταν δύο στενά πέρα απ' το σπίτι του, για να προμηθευτεί ένα εισιτήριο,κι ένα κουτί με τσίχλες, που του κόστισαν όσα ψηλά είχε μες στο πορτοφόλι του. Δίχως χρήματα μαζί του, μασώντας ωστόσο την αγαπημένη του τσίχλα και κρατώντας το εισιτήριο του λεωφορείου, ο κύριος Τ συνέχισε να περπατά με προορισμό την στάση.

           

Αγουροξυπνημένα πρόσωπα, σπασμένα από την κούραση,  με τις ρυτίδες γύρω απ' τα μάτια βαθιές και σκοτεινές, πρόσωπα σφιγμένα και αγέλαστα, γκρίζα και μελαγχολικά σαν στάχτη, στέκονταν γύρω του, στη στάση. Κι ο κύριος Τ ανάμεσα τους. Ένα πρόσωπο κι αυτός, ανάμεσα στα άλλα, ένα πρόσωπο κάποτε διαφορετικό, μα τώρα ίδιο. Ίδιο με τα άλλα. Επιβιβάστηκε πρώτος στο λεωφορείο. Κάθισε στη θέση, ακριβώς πίσω από εκείνη του οδηγού. Έσφιξε στην αγκαλιά του τον χαρτοφύλακα, κι ακούμπησε το μάγουλο στην κρύα επιφάνεια από το τζάμι. Ο οδηγός ξεκίνησε γκαζώνοντας. Το λεωφορείο έτρεχε στους δρόμους της πόλης, καταπίνοντας λαίμαργα τα χιλιόμετρα που τον χώριζαν απ' τον τερματικό του σταθμό. Ο κύριος Τ είχε στρέψει την προσοχή του στο αστικό τοπίο, που εναλλάσσονταν διαρκώς, ενώ μετρούσε με τα δάκτυλα του τις στάσεις. Όταν το λεωφορείο έκανε την ενδέκατη στάση του, ο κύριος Τ πάτησε το κόκκινο κουμπί, πέρασε το λουρί του χαρτοφύλακα στον ώμο, και σηκώθηκε, κάνοντας μικρά και προσεκτικά βήματα, ώστε να μην χάσει την ισορροπία του, μέχρι την πόρτα.

           

Ο κύριος Τ θα κατέβαινε σήμερα στη δωδέκατη στάση. Το είχε αποφασίσει εδώ και μέρες. Πήδηξε γρήγορα το κενό ανάμεσα στο λεωφορείο και το πεζοδρόμιο και ξεκίνησε για την μεταλλική σκάλα, που βρίσκονταν μερικά μέτρα παρακάτω. Ανέβηκε τα σκαλιά σχεδόν τρέχοντας. Λαχανιασμένος, περπάτησε μέχρι το κέντρο της γέφυρας. Έμεινε ακίνητος για λίγο, προσπαθώντας να βάλει σε τάξη τον ρυθμό της αναπνοής του. Ο ήλιος τον τύφλωσε. Κόντευε εννιά η ώρα. Μισόκλεισε τα μάτια και κοίταξε γύρω. Αφού διαπίστωσε πως δεν ανέβαινε κανείς απ' την μεταλλική σκάλα, έβγαλε τα παπούτσια και τα τοποθέτησε το ένα δίπλα στ' άλλο. Έβγαλε και το σακάκι. Το δίπλωσε και σκέπασε με αυτό τα παπούτσια. Έμεινε με τις κάλτσες και το τσαλακωμένο πουκάμισο. Πάνω στο διπλωμένο σακάκι, έβαλε το κινητό του. Πέρασε ξανά τον χαρτοφύλακα στον ώμο και ανέβηκε στα κάγκελα, με τα πόδια να βρίσκονται από την έξω πλευρά.

           

Ύστερα περίμενε, κάνοντας που και που φούσκες με την τσίχλα που μασούσε. Στο βλέμμα του γυάλιζε μια φλόγα. Στο μέχρι πρότινος ανέκφραστο πρόσωπο του, ένα χαμόγελο εμφανίστηκε, αμυδρό. Κάποια στιγμή, τα κάγκελα άρχισαν να δονούνται. Μια φασαρία ερχότανε από μακριά. Το χαμόγελο του κύριου Τ, όσο περνούσαν τα λεπτά, και η ένταση της δόνησης αύξανε, μεγάλωνε κι αυτό, ξεχείλωνε, μέχρι που κάλυψε όλο το πρόσωπο του.

 

           

Η οθόνη του κινητού αναβόσβησε. Ένα μήνυμα είχε μόλις φτάσει στα εισερχόμενα του κύριου Τ. Ένα μήνυμα που έγραφε:

 

Αξιότιμε κύριε Τ,

                       

Έχουμε τη χαρά, να σας ενημερώσουμε πως  η αίτηση για εργασία, που υποβάλλεται πριν μερικούς μήνες στην εταιρεία μας, έγινε δεκτή. Παρακαλώ, περάστε όσο πιο σύντομα γίνεται, από τα γραφεία μας. 

 

           

Μόνο που ο κύριος Τ δεν ήταν σε θέση να διαβάσει πια αυτό το μήνυμα. Ένα μήνυμα που θα παρέμενε κλειστό για πάντα…

Γιάννης Ζαραμπούκας

***

Ο Γιάννης Ζαραμπούκας γεννήθηκε στη Νυρεμβέργη, μεγάλωσε στη Λάρισα, ενώ κατάγεται απ' την Κοζάνη και σπουδάζει στο ΑΤΕΙ Αθήνας, στο τμήμα της Εργοθεραπείας. Κάνει ταξίδια κι όνειρα διαβάζοντας και χτίζει τους δικούς του κόσμους γράφοντας. Όνειρο του να δημιουργήσει τα δικά του λογοτεχνήματα. Διατηρεί τη διαδικτυακή λογοτεχνική σελίδα Vivlia4U και το αντίστοιχο blog, ενώ συνεργάζεται με το koukidaki και το frapress.gr όπου φιλοξενούνται άρθρα του, βιβλίο-απόψεις και σύντομα διηγήματα. "Το αναπόφευκτο της μοναξιάς" είναι η πρώτη ποιητική του συλλογή και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Πνοή".