Η χαμένη άνοιξη

 

Ο ήλιος ετοιμαζόταν δειλά να παραδώσει τα σκήπτρα του στο φεγγάρι. Αυτό αν και θα ήταν μισό αυτή την τόσο μεγάλη βραδιά που ακολουθούσε, φόρεσε τα γιορτινά του και ετοιμάστηκε να βγεί για σεργιάνι στις γειτονιές του κόσμου. Είναι παιχνιδιάρικο ξέρετε το φεγγάρι, άλλοτε φωτίζει τις ψυχές μας, ενίοτε χορεύει με τους φόβους της ανθρώπινής μας διάστασης και όταν έχει κέφια στολίζει τα μάτια των εραστών που παλεύουν με τα κύματα της απουσίας και της σιωπής. Το κοιτάζουν που λέτε οι εραστές, αυτοί οι αιώνια ταγμένοι στη μοίρα τους και παρασύρονται σ’ ένα χορό· άλλοτε αναμνήσεων και άλλοτε εκστασιακών στιγμών που σκιαγραφούν το μέλλον και σαν προφήτες γράφουνε τα μελλούμενα των απέθαντών τους ερώτων.

 

Αυτή είχε εναποθέσει το κουρασμένο της κορμί στο φθαρμένο καναπέ και από το ραδιόφωνο ξεχύνονταν στο χώρο κάτι παράξενες μελωδίες που κεντούσαν την ανάγλυφη αποτύπωση του ειδώλου της ψυχής της στη χώρα αυτή που κάποτε είχε ονοματίσει ως «τη χώρα της ευλογίας». Τι πάει να πει «η χώρα της ευλογίας» σκεφτόταν. Αμέσως με μια διάχυτη ορμή σαν ένα χειμαρώδες ποτάμι ξεπετάχτηκε από μέσα της η απάντηση. Η χώρα της ευλογίας είναι εκεί που ο ουρανός βγάζει ρίζες και ενώνεται με τη θάλασσα, εκεί που το θαύμα ζει, εκεί που σε κάτι τυχαία δειλινά οι αγγέλοι ενώνουν τις χαμένες ψυχές που με το πέρασμα των αιώνων ετοιμάζονται να στεγασθούν και πάλι εις σώμα ένα. Πάει και τελείωσε, αυτό ήταν γι΄αυτή η «η χώρα της ευλογίας», ο παράδεισος και η κόλαση μαζί, ψιθύρισε στον εαυτό της και ας μας καθαρίσει το φως. Μόνο σε αυτό είμαστε υπόλογοι.

 

Περίμενε και αυτή με τη σειρά της το φεγγάρι να βγει και για ακόμη μια νυχτιά  όπως τόσες άλλες, ν’ αρχίσουν αυτές οι αστρικές συναντήσεις -και αν ήταν τυχερή- και οι αστρικές συζητήσεις που τόσους μήνες είχαν γλυτώσει  και τους δυο από βέβαιο θάνατο της ψυχής. Άξαφνα η άκρη του ματιού της έπεσε σ’ ένα ημερολόγιο τοίχου που αδιάλλειπτα κουβαλούσε μαζί της από το περσινό φεγγάρι της άνοιξης. 31 Μαίου έδειχνε ο δείκτης του εικονικού και ψεύτικου χρόνου που αιώνες τώρα οι τάχα σοφοί συντάκτες του κόσμου μας έχουν αιχμαλωτίσει. Σταμάτησε το βλέμμα της για ένα λεπτό, ανασκουμπώθηκε, άναψε τσιγάρο και συνειδητοποίησε ότι απόψε θα μας αποχαιρετούσε η άνοιξη.

 

Η ηρωίδα μας, αν μου επιτρέπεται βέβαια να την ονοματίσω έτσι, υπό κανονικές συνθήκες απόψε θα έστηνε τρελλό χορό για να υποδεχθεί το καλοκαίρι. Βλέπετε ζούσε, ανάσαινε μέσα στο καλοκαίρι· το μονόχρωμα της ψυχής της θαρρώ θα ήταν το ίδιο με αυτό που είχε η  θάλασσα κι εδώ «στη χώρα της ευλογίας» όπως έχουμε πει, η θάλασσα ήταν το ένα και το αυτό.  Μην σας μπερδεύω όμως τώρα με αυτά. Η θάλασσα ετοιμάζεται να μας υποδεχθεί στην επόμενη γωνιά.

 

Οι τοίχοι τώρα πια άρχισαν να τη βαραίνουν, άξαφνα ο κόσμος έγινε τόσο μικρός που αυτή δεν χωρούσε πουθενά. Ένας πυρετός άρχισε να καίει τα σωθικά της, όλα γύρω της γύριζαν σαν μια τρελλή σβούρα, όπως αυτές που τόσο αγαπούσε στα μακρινά χρόνια της αθωότητάς της. Οι λέξεις από τα τραγούδια που μανιωδώς σε άλλες στιγμές αναζητούσε τώρα άρχισαν να τρυπούν όλο της το σώμα. «Πρέπει να φύγω, πρέπει να φύγω, πρέπει να φύγω» σκεφτόταν διαρκώς. Μια απόφαση ήταν! Έβαλε κάτι πρόχειρο, πήρε τα κλειδιά και βιαστικά έφυγε. Ούτε που αντιλήφθηκε πώς βρέθηκε στο αμάξι να οδηγά στον μεγάλο δρόμο, που έβγαζε στην πόλη που ενδόμυχα από την αρχή ήξερε πως θα στέγαζε το αύριο. Γνώριζε μέσα της πού έπρεπε να πάει, εκεί που θα εξαγνυζόταν· εκεί που θα συναντούσε αυτό που της έλειπε, αυτό το πρόσωπο που μέσα από τις κραυγές της σιωπής την καλούσε εβδομάδες τώρα να πάει εκεί κοντά. Έλα όμως που ακόμη εκεί δεν μπορούσε να πάει· έτσι πήγε στο δεύτερο τους εγώ, στη θάλασσα.

 

Ο δρόμος επιτέλους τελείωσε, το βαθύ μπλέ της θάλασσας ενωνόταν με τα χρώματα από το σούρουπο και αυτή η ηδονική αντανάκλαση των επίγειων και επουράνιων θαυμάτων πλημμύρισε τα σωθικά της που γέμισαν με καθάριο αέρα. Η ψυχή της τώρα τρεμόπαιζε καθώς τα βήματα την έφερναν ολοένα και πιο κοντά στη θάλασσα, τη δική της θάλασσα αυτή που δεν θα τελείωνε ποτέ. Διάλεξε ένα απομέρο ακρογιάλι, βρήκε κάτι βράχια και πάρκαρε το κορμί της, την ψυχή της ήταν αδύνατο να την πιάσει. Τώρα πια η ψυχή της ενωνόνταν με αυτή την άλλη ψυχή σε ένα χορό μόνο για αυτό το «όλον». Ανέβασε το βλέμμα προς το απέραντο πέλαγος και δυνατά αναφώνησε "Θεέ μου να γιατί έφτιαξες τη θάλασσα για ν’ ανταμώνουνε οι εραστές¨.

 

Χάθηκε λοιπόν στις σκέψεις της, στα περασμένα, στα μελλούμενα, στους αστρικούς χορούς που εδώ και μήνες την παρέσερναν μέχρι που άκουσε βήματα και ένιωσε μια ζεστή σκιά να την αγκαλιάζει εκ’ του μακρόθεν. Ένας γεροντάκος, θα ταν γύρω στα ογδόντα, ντυμένος στα άσπρα και φορώντας ένα ψάθινο καπέλο της χαμογέλασε καθώς την πλησίαζε ολοένα και πιο πολύ. Το πρόσωπο του έμοιαζε τόσο οικείο, ήταν λες και το φως ολάκερο είχε τυλίξει το σώμα αυτού του χαμογελαστού γεροντάκου και απλόχερα του χάρισε την αιώνια νιότη.

 

    «Μου επιτρέπετε να καθίσω συνάμα σας δεσποινίς;» τη ρώτησε.

    «Καθίστε», του απάντησε  δειλά εκείνη.

 

Το έβρισκε σχεδόν αδύνατο να του αρνηθεί. Τον κοίταξε στα μάτια και αυτός είχε μια ευγένεια δυσεύρετη στις μέρες μας καθώς το χαμόγελο εξακολουθούσε να στολίζει το πρόσωπο του. Κάθησε δίπλα της, πήρε μια βαθειά και εξαγνυστική ανάσα και για λίγα λεπτά το βλέμμα του χάθηκε στην ατέρμονη θέα της πλανεύτρας θάλασσας. Σκέφτηκε να σπάσει αυτή πρώτη την αμηχανία, τη δική της δηλαδή αμηχανία ξεκινώντας τη συζήτηση, έπειτα όμως τον βρήκε τόσο γαληνευμένο και χαμένο στην ιμερτή και ξεκάθαρη πλέον αντανάκλαση του φωτός από το φεγγάρι που δεν της πήγαινε η καρδιά να τον φέρει εδώ στα γήινα.  Χάθηκε λοιπόν και αυτή στις σκέψεις της.

 

Δεν πέρασε πολύ ώρα και ο καλοκάγαθος κύριος στράφηκε προς αυτή.

  «Ωραία είναι αυτή η βραδιά. Έχει κάτι ξεχωριστό, δεν βρίσκεται;» της είπε, πάντα με συνοδεία του πάντα το χαμόγελο.

Τον κοίταξε αυτή και του χαμογέλασε αλλά τα μάτια της, φαίνεται, πως πρόδωσαν τη θλίψη που τη συντρόφευε.

  «Είναι όμορφα και ήρεμα», του απάντησε.

  «Τότε γιατί δεν απολαμβάνετε παντελώς τις ομορφιές που μας έχουν περικυκλώσει;»

 

Αυτή τα χάσε για λίγο, ήταν λες και η ψυχή της ξαφνικά έγινε διάφανη και αυτός ο κύριος, ο αφηχθέντας από το πουθενά μπορούσε να τη διαβάσει και να αποκωδικοποιήσει όλα όσα επιμελώς είχε μάθει να κρύβει. 

  «Ξέρετε, θρηνώ την άνοιξη που φεύγει».

  «Και εσείς γιατί θρηνείτε την άνοιξη;» την ρώτησε γελώντας λίγο δυνατά και έπειτα συνέχισε. «Η άνοιξη μπορεί και να μαραζώνει όταν ακούει τους ανθρώπους να τη θρηνούν».

Ακολούθησε μια μικρή παύση, μετρούσε τις σκέψεις και τα λόγια της προσπαθώντας να δώσει μορφή σε αυτό που έκαιγε τα σωθικά της.

  «Αυτή η άνοιξη που μας αποχαιρετά σε λίγο, μου μοιάζει χαμένη».

  «Χμμ» είπε αυτός, έκανε μια μικρή παύση και έπειτα συνέχισε. «Πώς ορίζετε την χαμένη άνοιξη;»

  «Χαμένη άνοιξη είναι αυτή που κάπου ανάμεσα στις μέρες της, δυο ζευγάρια μάτια που αγαπιούνται πολύ δεν τα κατάφεραν να συναντηθούν».

 

Γέλασε ο παππούλης και την χαίδεψε τρυφερά στα μαλλιά. Το βλέμμα του πρόδιδε πως κράταγε το κλειδί ολόκληρης της γνώσης που αυτή η νεαρή τόσο απεγνωσμένα έψαχνε να συνθέσει, τα κομμάτια του, τους χαμένους μήνες της άνοιξης που είχαν περάσει.

 

  «Σωστά τα λέτε νεαρή μου. Αλλά υπάρχουν πολλά και διάφορα μάτια, άλλα δεν θα συναντηθούν ποτέ ξανά και άλλα δεν μπορεί παρά να ανταμώνουνε ξανά και ξανά και ξανά».

  «Αυτό σκεφτόμουνα κι εγώ», του είπε η ηρωίδα μας και μια ανακούφιση σχηματίστηκε στο πρόσωπο της επειδή επιτέλους είχε βρει αυτό το καθρέφτισμα της κατανόησης που τόσο έψαχνε. Μια απορία όμως γεννήθηκε αμέσως μέσα της. 

   «Και πως θα ξέρω αν τα δικά μου μάτια θα τα δω ξανά;»

   «Κλείστε τα μάτια σας», της είπε. «Νιώστε την αύρα της θάλασας που τόσο απλόχερα αυτή τη βραδιά μας περιβάλλει και πέστε μου τι βλέπετε».

 

Τα έκλεισε αυτή και χάθηκε στο ταξίδι, ίσως να πέρασαν λίγες στιγμές ίσως και ένας αιώνας ποιός ξέρει. Σε κάποια στιγμή ένιωσε το ελαφρύ σκούντημα του γεροντάκου. Ένα χαμόγελο είχε πια θρωνιαστεί στο φωτεινό της πρόσωπο και τα μάτια της πρόδιδαν την γαλήνη.

  «Λοιπόν;» Την ρώτησε αυτός. «Τι είδατε;»

  «Τα μάτια που αγαπώ», του είπε αυτή και ένα δάκρυ συγκίνησης επιτέλους κατάφερε να ξεπηδήσει από τα μάτια της.

 

Αυτός χαμογέλασε, έβγαλε ένα άσπρο ολοκάθαρο μαντήλι και της σκούπισε τα μάτια, έπειτα της έβαλε το μαντήλι στο χέρι και της είπε :

  «Και εγώ αυτό βλέπω στα δικά σου μάτια, το καθρέφτισμα της ψυχής που αγαπάς».

  «Και είναι βέβαιο πως θα συναντηθούμε ξανά;» Του είπε αυτή μ’ ένα τρέμουλο στη φωνή.

  «Δυο ζευγάρια μάτια που γεννήθηκαν πριν κάτι αιώνες δεσποινίς μου μοναχά για να κοιτιούνται είναι δυνατόν ποτέ να νικηθούν;» τη ρώτησε.

  «Με την άνοιξη όμως ρώτησε αυτή επίμονα; Τι θα γίνει με την χαμένη άνοιξη;»

Της χαμογέλασε και της είπε.

  «Μα δεν καταλαβαίνεις; Χάσατε μια άνοιξη για να κερδίσετε την αιωνιότητα».

 

Έστρεψε το βλέμμα η ηρωίδα μας προς την θάλασσα που τώρα πια παιχνιδιάρικα έπεφταν πάνω της οι ακτίνες από το φως του φεγγαριού και ανταμώθηκε με το χαμόγελο της ψυχής που τόσο αγαπά και έγιναν και πάλι ένα.

 

Μέχρι να γυρίσει το βλέμμα στον ευγενικό και μάλλον θεόσταλτο κύριο αυτός είχε εξαφανιστεί. Κρατούσε στο χέρι της το μαντήλι του που έγραφε δύο αρχικά. Πήρε τον μεγάλο δρόμο της επιστροφής και τώρα πια το έβλεπε καθαρά πως σύντομα θ’ ανταμωνόταν με την δική της θάλασσα.

Άντρια Νικολάου

***

Η Άντρια Νικολάου είναι απόφοιτη της σχολής Επικοινωνίας Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών. Συνέχισε με σπουδές πάνω στον κινηματογράφο σε Αμερική και Αγγλία. Τα τελευταία χρόνια ζει και δραστηριοποιείται στην Κύπρο. Έχει εργαστεί ως σκηνοθέτης και σεναριογράφος σε Κύπρο, Ελλάδα και Αγγλία. Ο «Απέθαντος Έρωτας» είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πνοή.

Επικοινωνήστε μαζί μας!

info@envivlio.com

mob : 6944018135

  • Instagram
  • Black Facebook Icon
  • Black Twitter Icon