Η Κυρά

 

Η Κυρά.

Κλαίει σήμερα.

Δεν έχει κοιμηθεί όλη νύχτα.

Μα κι εγώ καθόλου, στο σπιτάκι που μου έχει δανείσει.

Ακούω,

φωνές - θάλασσες που κρύβονται σε μια τρύπια τσέπη,

και βρέχουν την ξεχασμένη πόλη,

τη δικιά μου,

με τις παλιές της γειτονιές

που δεν περπατησα ποτέ.

Η Κυρά, ναι

αυτή μπορεί να κάνει τα πάντα,

να μαζέψει τον ουρανό καθε μέρα και να τον σταυρώνει στα μάτια της.

Κιχ αυτός κι εγω μηλιά.

Μπορεί να φύγει χαράματα,

να κρυφτεί σε ένα σκοτωμένο όνειρο,

σε ερείπια μαύρα, κόκκινα.

Τα βάφει μόνη της όπως γουστάρει.

Η Κυρά, μπορεί να χτίσει μια νύχτα και να τη γδάρει σιγά-σιγά.

Τον ήλιο τον Χρίστοσε και με αυτόν καίει τους αντρες της.

Η Κυρά έκλαψε χθες.

Την άκουσα να φωνάζει.

Ακούω φωνές - θάλασσες, και τρέμω σαν κοριτσάκι.

Δεν έχω στήθια,

από τα δικα της κρέμονται τα χείλη μου.

Θέλω να πιώ, με ό,τι ήπιε,

να μεθύσω, να ξεχαστώ, να μεγαλώσω,

είμαι μικρή, μικρός...

δεν ξέρω.

Με πιέζουν να αποχαιρετήσω το όνειρο που δεν έζησα,

γιατί ζει η Κυρά κι εγώ, ενα σίγμα τελικό πάντα,

σε μια ξεχασμένη γλώσσα που μιλάει με χτύπους.

ε!

είμαι κι εγώ εδώ!

δεν είναι απάτη η ανάγκη μου.

Να ζήσω θέλω, σαν την Κυρά...

και να μπερδευτώ σε γρίφους,

να κλάψω κι εγώ, να γευτώ την αμαρτία,

να τη βάλω σε μπουκαλάκι και να την πετάξω στη θάλασσα,

να βρω τόπο, να βρω φως,

να μυρίσω τον έρωτα,

να χάσω το πλοίο, ή να το προλάβω με κάποιον τρόπο.

Να τρέξω πίσω από ένα όνειρο

και να σπάσω τα μούτρα μου πίσω από πόρτες, που δεν έκλεισαν ποτέ,

γιατί εγώ δεν γεννήθηκα Κυρά.

Ναι, δεν έφυγα ούτε μια στιγμή απο την Ιθάκη μου.

Εγκλωβισμένα άκρα στην κούνια που δεν τα άγγιξε παλάμη.

Ούτε βηχας δεν τρόμαξε ποτέ τον ύπνο μου

και τώρα θελετε να κοιμηθώ για πάντα,

σαν τη Σαπφώ, επάνω από έναν στίχο,

σαν τους μουσουλμάνους, να με θάψετε γυμνό.

Ρούχα δεν μου έγραψε η τύχη.

Να φύγω, δεν θέλω,

τριαντα πεντε χρονια δεν γεννήθηκα και τώρα θελετε να πεθάνω.

Μα τίποτα δεν ζήτησα,

ένα σπιτάκι μόνο,

να ξαπλώσω.

'Ο,τι προλαβα, να είναι δικο μου και να μοιάζει στην Κυρά

την όμορφη, την ουρανομάτα,

που έχει μάνα.. τη δικιά μου σφαγμένη ελπίδα,

ραμένη από δυο βελόνες,

που Την κανουν να μην κλαίει να μη φωνάζει,

να έχει αναμνήσεις

και κάθε χρόνο, να σβήνει κεριά.

Εγώ,

το σίγμα,

Έφτασα στο τέλος του ταξιδιού,

μόνος ή μόνη..

δεν έμαθα ποτέ τι ήμουν,

ψέμα, φόβος ή σκονη;

El Gjergo-Tanka

***

H El Gjergo-Tanka έχει σπουδάσει Θέατρο και Αγγλική Φιλολογία. Έχει εκδώσει δύο μυθιστορήματα και ένα παιδικό παραμύθι ενώ το Φθινόπωρο θα κυκλοφορήσει το τρίτο της βιβλίο με τίτλο «Σπέκτρουμ».

Επικοινωνήστε μαζί μας!

info@envivlio.com

mob : 6944018135

  • Black Facebook Icon
  • Black Twitter Icon