ἐν βιβλίῳ...

Ηρακλειδών 22, Θησείο 118 51, Αθήνα, 210 3451390

ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ ΚΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

 

ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ: η αμετροέπεια μια οπισθοχώρησης που ζητά εμμονικά τη διατήρηση της αξιοπιστίας της και τελικώς καταλήγει να αναζητά το σημείο τροπής στον αέναο πόλεμο της με την τάση της να ξεχνά τον εαυτό της προς πάσα κατεύθυνση.

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ: η, εν αρχή, αποστροφή οποιασδήποτε αλλαγής προς το μέλλον της, λόγω των σωσιών της που τη δυσφημούν μέσω των πέτρινων υποσχέσεων με αποδέκτη τον αφελή και άπληστο λαό των ελπίδων, και η, τέλος, άνετη αποπληρωμή των «χρεών» της σε ανθρώπους και έννοιες ώστε να της επιστραφεί η κατασχεμένη ταυτότητα και ματιά της.

ΜΕ ΒΛΕΠΩ, στο χώμα που χρυσίζει, κάτω από το άγρια παιδιάστικο ποδοβολητό του ήλιου, καθώς τινάζει από πάνω του τα υγρά βλέμματα εκείνων που αντανακλούν, στα κρυσταλλάκια που φορά, από τότε που τον ξέρει ο καθένας μας, γύρω από τον λαιμό του ως δώρο ανακωχής προσφερόμενο απ’ τον Πλάστη, όλα μας τα αν για τη μέρα η οποία ακόμα κελαηδά κουρνιασμένη στον ώμο της, διδομένης στο ολόγυμνο σώμα του κόσμου, θλίψης του.

ΜΕ ΒΛΕΠΩ άλλον απ’ αυτόν που ‘χαν προμαντέψει τα λόγια μου, μα έτσι κάπως σκορπιζόμαστε ολάκεροι στα βάθη και τα πλάτη των συναισθημάτων, αθάνατοι στα λόγια και πιο θνητοί, κι απ’ ένα φύσημα δροσιάς στο μεσοκαλόκαιρο, που πλέκει στραβά την κόμη της χλόης των ματιών μας, στις πράξεις. Είναι δύσκολο να προλάβεις τις λέξεις, ακόμα και αν τις γράφεις, διότι πρώτον αποκρύπτουν την ρότα τους και δεύτερον είναι από την φύση τους πιο ευκίνητες απ’ την σκέψη που τις ανασύρει από τα, εγκατεστημένα πριν από εμάς στο τέλος του μυαλού μας, έγκατα της Γλώσσας μας. Εκεί αφήνουμε εσκεμμένα την ανθρωπιά μας, για να μη βαραίνει το βάδισμά μας στα λιβάδια των λαθών, κι όντως είναι αδιανόητα βαριά αυτή η πανοπλία γιατί απλώς μας στερεί το δικαίωμα να σκοτώσουμε άπειρες κι όσες απαιτηθεί, φορές τους κατασκευασμένους από ξένα σε εμάς υλικά, εαυτούς μας, μέχρι το αίμα του φόνου να μετουσιωθεί σε αίμα γέννας του Ανθρώπου που δίχως την ανάγκη πολεμικών εξοπλισμών θα συνδιαλεχτεί με το ΈΖΗΣΑ για να αλληλομεταδώσουν, ώστε ο θνητός άνθρωπος απέριττα να ζήσει και η αιώνια, σισύφεια ζωή να νοιώσει ανθρώπινη.

ΜΕ ΒΛΕΠΩ στον δρόσο του Ευβοϊκού απέναντι, να μάχομαι την ηρεμία, σαν ένας ίσκιος που ξεθυμαίνει από τον πολύ γαρμπή τον οποίο παρακαλά να λυγίσει, να τον ρίξει χάμω, να φανεί η ανύπαρκτη σχέση του με τη δήθεν φύση του. Η φύση του καθενός επιβάλλεται μονάχα σε έναν βίο που ξέρει κι αποδέχεται πως θα μείνει ατελής, πως πάντα κάτι θα γλιστρά απ’ τα προσδοκώμενα του, ενώ όσοι μετατρέπουμε τούτη την γνώση σε πλεονέκτημα μπροστά στον εμφύλιο με τον χρόνο δεν γεννιόμαστε μα γινόμαστε. Γεννήθηκα προορισμένος να διαιωνίζω και να θεραπεύω το ψέμα. Έγινα ειλικρινής σε σημείο αυτοσιχαμάρας. Γεννήθηκα από ένα όργιο σφαλμάτων. Έγινα ατίθασος μεν επιμελής δε μαθητής του ορθού. Γεννήθηκα σκλάβος των, διαρκώς και δίχως αιτία και σκοπό επαναστατημένων ενάντια στην αγάπη που στέργει απολυταρχικά σχεδόν όλους τους πολέμιους της, σκλαβωμένων στην ανυπαρξία του εγωισμού –γιατί οι σκληροί και φανατικοί εγωιστές αυτοακυρώνουν τις ζωές τους κλειδωμένοι εκουσίως μέσα σε ένα κελί όπου μπορούν να βλέπουν τα πάντα όμως οι ίδιοι δεν είναι ορατοί. Έγινα ένας αενάως νιόκοπος διπλωμάτης που με διεθνείς συμφωνίες ονείρων προσπαθεί να πάψουν οι εχθροπραξίες μεταξύ συμβιβασμού και επανάστασης, στην ουσία δηλαδή οι αντιπαλότητες ανάμεσα σε υποστηρικτές, από μη όμοιες ίσως πατρίδες, ενός κοινού ηγέτη, της ελευθερίας. Ναι, όποιος κατορθώσει να φιλιώσει αυτούς τους δυο επαρμένους θεούς, που ο καθένας τους αξιώνει μονάχος του να κυβερνά γη, θάλασσα και ουρανό και να λατρεύεται από τον άνθρωπο, ο, πανταχού ομιλών, θάνατος θα τον στεφανώσει με το, βαθιά χαραγμένο στων αναμνήσεων τα χείλη, χαμόγελο, ενός ανοιχτού στα πλεούμενα θαύματα, πελάγους.

ΜΕ ΒΛΕΠΩ στις ακρογιαλιές, εκεί όπου το κύμα ξεχνιέται ακόμη και από τον εαυτό του, με ανοιγμένο πουκάμισο και με τα ιδρωμένα πέλματα μου να τσαλακώνω τα τρικυμίζοντα σεντόνια αφρών και άμμου, να φιλώ στο στόμα όποιο κορίτσι περνούσε από δίπλα μου, όχι από έρωτα αλλά για να μεταδοθεί από χείλος σε χείλος, όπως το αναστάσιμο φως από κερί σε κερί, η, ηθικά ηδονική, ευκρασία της νιότης. Ωστόσο, η πραγματικότητα δεν συγχωρεί όσους την αγνοούν. Σε αυτό απαντώ πως για να ελκύσεις μικρότερα όνειρα πρέπει να έχεις για δόλωμα ένα μεγαλύτερο. Είχα γράψει κάποτε…

«Ζωγράφισε ένα μεγάλο όνειρο στο κοκκινόχωμα. Δέσε την άκρη του με μια άσπρη κλωστή, κι άστο να πετάξει μαζί με τα σύννεφα. Μετά από λίγες νύχτες, θα δεις πολλά μικρά όνειρα κολλημένα πάνω του. Άγνωστο τί τα έλκει. Ίσως το άδειο σώμα του. Χαμήλωσε λίγο τη διαφορά σας. Δώσε τους τροφή, στέγη, αγάπη κι αυτά θα σ' ακολουθούν μέχρι να τα διώξεις. Μπορεί και να σε σώσουν καμιά φορά, όταν θα κρέμεσαι απ' το χέρι ενός δέντρου και κάτω θα κοιμάται η άβυσσος. Όσο για το μεγάλο, κρυφτό. Ίσως, σου χρειαστεί ξανά».

Τέλειες αφέλειες. Εικόνα από μια ζωή έτοιμη να ζήσει, έτοιμη να πορευτεί με την όποια εντιμότητά της προς τον θάνατο και να αναλάβει το μερίδιό της από τις ζημιές και τα κέρδη της οικουμένης, έτοιμη για να αντέξει να περπατήσει ξυπόλυτη επάνω στα θραύσματα των βίων εκείνων που ράγισαν από γενναιοδωρία ώστε να υπάρξω εγώ όπως με πόθησαν και με σμίλεψαν τα σπλάχνα της αγέραστης σιωπής μου για αυτά τα θέματα, η οποία όμως τώρα γέρνει και αποκοιμιέται πλάι στην υφαντή της πανσέληνο, που υφαίνει με την ίδια κλωστή κάθε λεπτό, κι ακόμα δεν έχει τελειώσει, για να υποδύομαι ότι αγαπιέμαι και ότι δεν είμαι μόνος υπό την ασημίζουσα ματιά της, γιατί οι ώρες του, ας πούμε, συγγραφέα μίκρυναν και τα χρόνια του σχεδόν ανθρώπου ξεχειλίζουν πια και πνίγονται μέσα μου σαν αυτοεγκλωβισμένοι χείμαρροι απαιτούντες να ξεχυθούν στο οπουδήποτε, κι ας εξατμιστούν ύστερα από τον κοινό ήλιο συγχώρεσης και λησμονιάς, κι ας μη μείνει η παραμικρή τους σταγόνα να σέρνεται σε αυλές μεσημεριανού ύπνου και να μολύνει, με τις νεκρές και μουχλιασμένες αναμνήσεις που θα εγκυμονεί, την ελάχιστη χλόη της συνέχειας. Ναι, ο σχεδόν άνθρωπος θα μιλά και ο, ας πούμε, συγγραφέας θα υπακούει μέχρι και στην ύστατη τελεία, έως τώρα η μία ετοιμόρροπη ισορροπία πάσχιζε να κρατάει και τους δυο σε εγρήγορση και επιβράδυνση ταυτοχρόνως. Οι βασικές όψεις ενός ατόμου, συμβιβασμένος και ο επαναστάτης δηλαδή, εναλλάσσονται, με εκείνη που φαινομενικά υποχωρεί να την αισθανόμαστε στα λεγόμενα της επικρατούσας. Δεν ξέρω γιατί τη δεδομένη στιγμή αποφάσισα να μιλήσω για τα πράγματα τα οποία με είχαν πείσει να τα φοβάμαι και να μην αμφισβητώ την παντοδύναμη επιρροή τους επάνω, λες και η ψυχή μου ήταν κάποιο αμιγώς θεοκρατούμενο κράτος όπου δίχως οποιαδήποτε θεότητα τρομολαγνείας και μισολατρείας θα κατέρρεαν όλα τα κεκτημένα και όλες οι υποδομές και θα μετατρεπόταν σε ένα υποτελές κρατίδιο στην ισόβια παρακμή του. Αλλά αυτή ήταν η ατόφια παρακμή, η σιωπηλή εξακολούθηση ενός ψυχικού περιβάλλοντος θεών και ηρώων, μα οι θεοί και ειδικά οι ήρωες δεν καταλαβαίνουν ότι χωρίς τις δεήσεις και τα χειροκροτήματα μας θα ζητιάνευαν σε καμιά γωνιά έστω την περιφρόνηση μας. Γι’ αυτό όπου συναντάτε τον οποιονδήποτε καταμεσής της καθημερινότητας να επιδίδεται σε κινηματογραφικής δραματοποίησης πράξεις αυτοθυσίας ή να εκφωνεί με παρρησία τον πανηγυρικό τού ήθους του, ή να ξεκινά κάθε του πρόταση με ένα πομπώδες «εγώ» ή «εμένα», χαρίστε του απλόχερα ένα δάκρυ λύπησης, αν και δεν θα κατανοήσει τι ακριβώς είναι, θα το αξίζει μοναδικά. Και μήπως μία από τις πιο αυθεντικές μορφές επαναστάσεως αποτελεί το να αντιμετωπίζουμε δια του ειλικρινέστερου και απλούστερου λόγου όσα μας αλυσοδένουν, με την υποβόσκουσα θέλησή μας, στον πυθμένα της άρνησης να πάψουμε να είμαστε οι φωνές των άλλων; Μήπως μία καίρια, δημόσια λεκτική αναμέτρηση με τα βιώματά μας, σε ένα κομβικής σημασίας σημείο της πορείας μας προς το “Έζησα”, θα ήταν μια ολοκληρωτική στρατηγική ήττα έναντι της ψυχολογικής ηγεμονίας του παρελθόντος; Όχι, δεν μιλάω εγώ με πολιτικούς όρους, απλούς τα πάντα γύρω μας και εντός μας είναι πολιτική. Τέλος πάντων, αυτό πράττω την συγκεκριμένη στιγμή, κι ας αγνοώ αν τα επιχειρήματα που αρκούν για να ανακτήσω την εμπιστοσύνη του μέλλοντος, κι ας είναι καλοκαίρι, δύσκολη εποχή που σε αναγκάζει ν’ ανοίξεις όλους τους πόρους του δέρματος του ψυχισμού σου και να εισπράξεις όλη αυτή την αναίτια ευφορία. Σε υποτάσσει ώστε να γίνεις ένας πιστά αφοσιωμένος –στον ρυθμό που έχει εισβάλει στις φλέβες σου– χορευτής. Σε κάνει πιόνι ενός ξεχασμένου και υποτιμημένου από σένα συναισθήματος: της ευτυχίας.

Μια ζωή έτοιμη λοιπόν να αναδυθεί σαν νησί από τα λιμνάζοντα σπλάχνα ενός νοερού βυθού. Έτοιμη, από το ποιος θα με πάντρευε και ποιοι θα βάπτιζαν τα παιδιά μου μέχρι το τι θα μαγείρευα στην γυναίκα μου όταν θα μέναμε για ένα έστω βράδυ μόνοι και υπό ποιο κομμάτι θα χορεύαμε στο σαλόνι προτού αφήσουμε τα κορμιά μας να επιπλέουν στην σάρκινη άμπωτη του κρεβατιού. Έτοιμη, από το ποιο τραγούδι θα έπαιζα με μια κιθάρα στα μωρά μου για να αποκοιμηθούν, τι “παζάρια” θα έκανα μαζί τους αργότερα ώστε να τηρούν τις υποχρεώσεις τους σε σπίτι και σχολείο, με τι χολιγουντιανούς μύθους θα μασκάρευα την αλήθεια για το σόι του Κηδεμόνα μου μα και για τον ίδιο, έως το πώς θα συμβίβαζα την “πολιτική” του Γονιού μου [γονιός και παιδί ίσον φίλοι] με την αυθεντική σημασία του όρου διαπαιδαγώγηση. Έτοιμη, από το πόσα σφηνάκια θα κατέβαζα με τους φίλους στα χειμωνιάτικα και θερινά ξενύχτια, πόσο βαθιά θα πήγαινα στα βραδινά μπάνια γυμνός, το καθημερινό πρωινό τρέξιμο από το σπίτι ως την Κηφισίας, τον μεσημεριανό ύπνο αγκαλιά με τα παντοτινά μικρά μου στην μεγάλη κούνια στην αυλή του εξοχικού, τα μπουγελώματα εδώ στην Αυλίδα με συναδέλφους, αναγνώστες, τους εκδότες μου και οι χωρίς την αίσθηση του χρόνου κουβέντες σε εκθέσεις και παρουσιάσεις. Έτοιμη από το πόσο πολύ θα έτρεχα με την μηχανή και πόσο λίγο με το αυτοκίνητο, τα βρώμικα που θα έτρωγα στα ταξίδια για διακοπές ή για δουλειά. Έτοιμη, μα με πόσες ζωές απωθημένες θα ήταν κι αυτή η ζωή;

                 

 

Α.Δ.

***

Ο Αλέξανδρος Δαμουλιάνος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1990. Είναι απόφοιτος του τμήματος φιλολογίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Το 2007, στο πρώτο διεθνές φεστιβάλ Αθηνών, «EMOTION PICTURES – Ντοκιμαντέρ και Αναπηρία», προβλήθηκε η μικρού μήκους ταινία με τίτλο «Θεός στον ορίζοντα», δικού του σεναρίου και σκηνοθεσίας Λένας Βουδούρη, η οποία ταξίδεψε σε πολλά μέρη της Ελλάδας και του εξωτερικού.

Το 2010 συμμετείχε στο διεθνές συνέδριο TEDxAthens 2010. Αρθρογραφεί στους «ΘΕΜΑΤΟΦΥΛΑΚΕΣ ΛΟΓΩ ΤΕΧΝΩΝ» και στο «envivlio». Έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές, ένα παιδικό παραμύθι καθώς και ένα ανάγνωσμα για εφήβους και ενήλικες. Ποιήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε πολλές ανθολογίες και λογοτεχνικά περιοδικά. Έχει βραβευτεί από τον Όμιλο για την Unesco Δήμου Αμαρουσίου Περιφέρειας Αττικής με έπαινο για το σύνολο της δουλειάς του.

Το «Όσα αστέρια δεν φοβήθηκαν το ξημέρωμα» είναι το ένατο βιβλίο του και το δεύτερο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πνοή.

Επικοινωνήστε μαζί μας!

info@envivlio.com

mob : 6944018135

  • Black Facebook Icon
  • Black Twitter Icon