ἐν βιβλίῳ...

Ηρακλειδών 22, Θησείο 118 51, Αθήνα, 210 3451390

το κουκούτσι

Δεκαετίες μετά τα φονικά στο μικρό χωριό πέρα απ’ τα όρη των Βαρδουσίων, η φόνισσα η Βιβή, θαμμένη στη γη, ζωντανεύει κάθε 26 Ιουλίου κάτω από το χτύπο της εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής.

Στοιχειώνει το χωριό. Κάτοικοι λένε ότι πηγαίνει στο νεκροταφείο, στον τάφο του άντρα της, κι άλλοι, οι σπουδαγμένοι, ότι επρόκειτο για ένα μύθο που έπλασαν οι χωρικοί στα χρόνια του Εμφυλίου.

Ο μύθος της γερο-Βιβής, που τον διηγούνται τα γερόντια όταν ανταμώνουν τους νέους, έχει να κάνει με τη θεία δικαιοσύνη, όπως πίστευε το λειψό μυαλό της. Λειψό, ναι! Γιατί θέλουν να λένε πως ο παπάς της εκκλησιάς της Αγίας Παρασκευής, στα χρόνια που πραγματεύεται ο μύθος, αποκεφάλισε τον αριστερό σύζυγό της με κονσερβουκούτι και εκείνη έχασε τα λογικά της όταν αναγκάστηκε να κρατήσει στα χέρια της την κεφαλή του και να τη θάψει μονάχη της.

Ήταν ένα καλοκαίρι ζεστό. Ο Ανδρεάκος, ο εγγονός της που έμενε στην Αθήνα, έπαιζε με τον μικρότερό του το Θανασάκη, τον οποίο η γερο-Βιβή φρόντιζε σαν δεύτερο παιδί της, και το γερο-Μίμη, το μουλάρι της, στην αυλή. Εκείνη τη χρονιά, το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής είχε πολύ κόσμο. Μάλιστα, είχαν έρθει και ξένα, μεγαλύτερα παιδιά από μακρινά χωριά διότι η γιορτή ήταν σπουδαία. Δυο αγόρια, γυμνασιόπαιδα, που τα θέλουν οι χωρικοί αδέρφια, εμφανίστηκαν την παραμονή της γιορτής φτωχοντυμένα, δίχως παπούτσια αλλά κρατώντας τσιγάρα, και άρχισαν να κλέβουν και να δέρνουν δαιμονικά τα ντόπια παιδιά.

Εκείνη τη μέρα, όπως συνήθιζε η γερο-Βιβή, το μεσημέρι τάισε τον Ανδρεάκο και το Θανασάκη, και το βράδυ αμόλησε τον μικρότερο να πάει στη μάνα του. Πώς να γνώριζε η άμοιρη ότι τα γυμνασιόπαιδα τα δυο καρτερικά περίμεναν να τρομάξουν με τις βέργες τους όποια μικρά έβλεπαν να επιστρέφουν στα σπίτια τους.

Έπιασαν το Θανασάκη. Στραβοκάνης και μικρός, δεν έτρεχε γοργότερα από κείνους. Τα γυμνασιόπαιδα τον είδαν καλοντυμένο, μοσχομυριστό, με χωρίστρα στο πλάι και καινούργιο πλεκτό μπλουζάκι. Ζήλεψαν. Πήγαν να τον κλέψουν. Να τον γδύσουν, να τον κάνουν να ντραπεί, όπως ντρέπονταν εκείνα που κυκλοφορούσαν δίχως παπούτσια. Πήραν τις βέργες τους και άρχισαν σε μια γυμνή αλάνα να τον χτυπούν και να τον κλωτσούν πολύ δυνατά, ώσπου ο Θανασάκης ξεψύχησε.

Η γερο-Βιβή έμαθε τα μαντάτα γρήγορα. Τότε το λειψό μυαλό της θέλησε το γερομούλαρό της να της μιλά και με τη θεία φωνή του να τη διατάζει να εκδικηθεί για το φόνο του Θανασάκη: να σκοτώσει τα δυο γυμνασιόπαιδα.

Έβγαλε από το σκοροφαγωμένο μπαούλο το ντουφέκι του νεκρού άντρα της, το έκρυψε κάτω από το πανωφόρι της και τα βρήκε στην αλάνα να καπνίζουν. Τα φονικά γινήκανε. Η θεία δίκη αποδόθηκε.

Έτσι τα θέλει ο μύθος του χωριού. Η γερο-Βιβή να εγκληματεί, να στοιχειώνει το χωριό ώς τα σήμερα. Αυτή τη φορά όμως τη θέλουν να μιλά. Με θυμό, με παράπονο, να βρει τη λύτρωσή της. Τη δικαίωσή της στα μάτια Θεού, δαίμονα και ανθρώπου.

«Είμαι η Βιβή. Στο χωριό με φοβούνται όλοι, γιατί ξέρουν πως έχω ντουφέκι και είμαι άσος στο σημάδι...

»Δεν μπορώ να αρμέξω και έσφαξα την αγελάδα μου. Δεν μπορώ να ακούσω και ξεπουπούλιασα το καναρίνι μου. Δεν μπορώ να μαγειρέψω κι έρεψα ενώ τα κρέατα μούχλιαζαν. Δεν μπορώ, η άμοιρη, τίποτα να κάνω…

»Αχ, να ο Μίμης! Το θείο γερομούλαρό μου! Τώρα θα στέκεται έτσι περήφανα καμπουριασμένος στην αυλή του παραδείσου και το μόνο που θα κάνει είναι να μασουλά, σαν ζώο, χορτάρια και θα κουνά την ουρά να διώξει τις αλογόμυγες. Σαν ζώο, γιατί κανονικά δεν είναι. Μου μιλά. Ξέρω τι θέλει, πότε το θέλει, ακόμα και πώς το θέλει. Συνήθως όμως η θέλησή του είναι ένα καλό καλαμπόκι το καλοκαίρι, μια παχιά κουβέρτα το χειμώνα και, από το βουνό, δροσερό νερό.

»Θα έρθει ο Ανδρεάκος το καλοκαίρι. Θα μου τον σκάσει το Μίμη στις καβάλες. Θα σκάσει κι εμένα, να τον σαμαρώνω συνεχώς, τον δόλιο. Και τι ακόμα! Οι φωνές, τα ουρλιαχτά, τα τρεχάματα…

»Αχ! Είμαι γριά. Πολύ γριά. Και ποιος τρέχει στη ζητιανιά; Για κολοκυθοανθούς, για τυρί, για μέλι, γι’ αυγά. Όλοι με φοβούνται δω. Κανείς δεν με συμπαθά γιατί μου χρεώνουν θανάτους. Ποιας, εμένα; Να ’ναι καλά οι γραμματικοί που ’ναι μορφωμένοι και ξύπνιοι και μου δίνουν κάτι τις. Ακόμα και κότες για σφαγή.

»Τις κότες πρώτα τις καλοταΐζω για μια βδομάδα και μετά τις σφάζω. Με τα χέρια πάντα, κι ας πιτσιλά το αίμα… Αλλά ούτε να τις ταΐσω δεν μπορώ…

»Αχ, ο αντρούλης μου ο δόλιος! Άγιος άνθρωπος. Παραδεισένιος! Μα θα ξεχάσω; Ποτέ και μη σώσω! Μακάρι να με γελούσε η μνήμη μου. Αλλά δεν έχει απατηθεί ποτέ! Κείνος ο φονιάς! Ο Αρτέμιος που θέλει να λέγεται και πάτερ! Ο γεροφασίστας!

»Και κράτησα το λόγο μου. “Εδώ να ριζώσεις, Βιβή μου. Εδώ να ’ρχονται τα εγγόνια σου. Δίπλα μου να σε θάψουν…” μου ’χε πει ο άντρας μου. Και κράτησα τα λόγια του σαν ευαγγέλιο, κι ας του ’λεγα γω: “Μην τα μελετάς!” Πλήρωσα τη διπλανή ταφική κάμαρά μου, του ’χτισα τον τάφο, του ’βαλα αψίδα, κι ο εγγονός του εδώ μου ’ρχεται τα καλοκαίρια. Είμαι έτοιμη. Μόνο να πεθάνω πριν απ’ το θείο γερομούλαρο. Είναι παγετός η μοναξιά.

»Ωωωω, άχρηστα δίποδα, μικροί δαίμονες και διαόλια! Παλιάτσοι του Άδη! Ποιους φόνους μού χρεώνουνε; Αυτοί δεν ήσαν φόνοι! Ήταν δώρο απ’ το Θεό! Κείνα τα παλιόπαιδα, οι εγκληματίες που σκότωσαν το Θανασάκη. Κείνο το παιδί ήταν άγγελος. Έλεγε τις πιο ωραίες ιστορίες! Με τις βέργες τους τον γδάρανε. Τον σκίσανε στα δυο. Είδα την ψυχούλα του να πάλλεται, να βγαίνει απ’ το στόμα. Να αιωρείται στον αιθέρα! Ε, πήρα κι εγώ το ντουφέκι και μπαμ-μπαμ! Τους άνοιξα τα κεφάλια. Και είδα! Είδα το ανθρώπινο κουκούτσι. Κουκούτσι ναι, γιατί αυτά δεν είχαν μυαλά αλλά μόνο κουκούτσι ξερό μέσα στο αίμα.

»Πήγα να τα φυτέψω στην αυλή της μάνας του Θανασάκη, όπως μου ’χε πει μια γριά στον Εμφύλιο. Πήρα τρία κουκούτσια μαζί μου, να τα σπείρω να βγει απ’ τη γης ο Θανασάκης. Αλλά τίποτα. Κρίμα μεγάλο μ’ έπιασε και πήρα το Μιμάκο ίσια για τον γκρεμνό. Αχ η δόλια! Τι ήλπιζα η δύσμοιρη!

»Κανείς δεν μου ’πε “ευχαριστώ”. Ούτε η μάνα του Θανασάκη “μπράβο”, που κράτησα το λόγο μου πως θα εκδικηθώ. Μα δεν το δέχομαι κιόλα! Το φίδι απ’ το κεφάλι το κόβεις… Αυτό έκανα… Και το καλό επιτεύχθηκε… Κουκούτσια, κυράδες μου, κουκούτσια!

»Σάμπως θα ξεχάσω την τελευταία φορά που είδα τον Ανδρεάκο; Είχε σπασμένο ποδάρι και ανεμοβλογιά μαζί. Κάτι σπυριά, να! Έπαιζε με το αγγελούδι το Θανασάκη πίσω από τη σήτα που ’χα φτιάξει να μην κολλήσουν και τα άλλα παιδιά. Πόσα χρόνια πάνε; Δεν θα ’ναι καμιά εξαριά; Ε ναι, έξι πάνε τώρα! Από τότε έχω να τον δω… Μίμη, δεν ξανάρθε το παιδί. Με φοβήθηκε… Εμένα τη φόνισσα, όπως με λένε, και λειψή ακόμα.

»Αχ, είμαι γριά. Πολύ γριά. Και ναι. Πάω στην εκκλησιά. Κι ας φεύγουν οι χωρικοί όταν μπαίνω. Κανείς δεν μου μιλά. Κανείς δεν με κοιτά. Και ποιος να με κοινωνήσει; Ο φονιάς του άντρα μου; Κείνος ήταν που μου ’στειλε την κεφαλή του σε κουτί να τη θάψω. Να, εδώ! Σε αυτόν τον τάφο φύτεψα κάποτε γαρουφαλιές! Τι άνθη! Τι κήπος!

»Πώς περνάνε οι καιροί κι οι άνθρωποι ξεχνιούνται… Στην κηδεία μου στοίχημα πως δεν θα ’ρθει κανείς… Όποιος θυμηθεί φοβάται. Βρε, να τους έκανα καμιά πλάκα απ’ τον τάφο μου! Κει που θα ’ναι όλοι πάνω από την κάσα να ανοίξω τα μάτια! Ποπό ζημιά του Άγιου Πέτρου να ξεχάσει να ανοίξει την πόρτα του Παραδείσου! Γιατί εκεί θα πάω σίγουρα! Δώρο του Θεού ήταν οι θάνατοι από τη μάστιγα του ελέους! Άξιζαν χειρότερο θάνατο οι ανόητοι. Οι αλήτες. Εγώ, μπαμ και κάτω. Τα καψόνια και οι αργοί θάνατοι είναι για τους εκτελεστές, ενώ εγώ έκανα ότι μου ’πε ο Θεός στα μάτια του Μίμη…

»Ήταν ένα θάμα! Κει που μασούσε το καλαμπόκι ‒του έκανα τα θελήματά του γιατί μου κρατούσε μούτρα με τ’ άχυρα–, με κοιτάζει και, κάτω από το χτύπο της εκκλησιάς της Αγίας Παρασκευής, μου λέει: «Κάν’ το τώρα», και η φωνή του ήταν αλλόκοσμη, μυστηριώδης, επιτακτική, τόσο που έπεσα στα γόνατα και τον δόξασα!

»Κι εγώ τον κοινώνησα! Του πήγα ξερό ψωμί με κόκκινο κρασί και τον τάισα. Έφαγε πολύ. Μου είπανε πως για δυο μέρες γκάριζε∙ σαν να ’χε μεθύσει, σαν να ’χε βαρυστομαχιάσει, μου λέγανε. Αλλά σε μένα ακουγόταν σαν κελάδημα. Σε μένα κελαηδούσε και άλλοτε μου μιλούσε κι έλεγε: “Κυρά μου συ καλή, το ’κανες το θάμα!” και μου το ’λεγε για αλήθεια! Το θάμα έγινε! Τα γυμνασιόπαιδα, οι αλήτες με τα τσιγάρα τους και το φόνο του Θανασάκη, θα καίγονταν στην κόλαση δίχως οίκτο από τον ίδιο το Θεό και το δαίμονα!

»Και τώρα ‘γώ να… μαζεύω κόκκινα λουλούδια από αίμα… κι οι ζωγραφιές του Ανδρεάκου πάνω στις πέτρες έχουν ξεθωριάσει από το χιονιά και τα καλοκαίρια. Ανδρεάκο μου, μαύρα μάτια κάνω να σε δω! Λεβέντης θα ’χεις γίνει! Να ’γραφα ένα γράμμα μα δεν ξέρω γράμματα, γιε μου… Συ, παιδί του παιδιού μου…!

»Αχ, είμαι γριά. Πολύ γριά… Μ’ ακούς, Μίμη; Αχ, γερο-Μιμάκο, δεν με μιλάς σήμερα, ε; Κι έπεσε μια μοναξιά∙ ένας παγετός… Θα θέλεις κουβέρτα το βράδυ…»

Μαργαρίτα Σκουμπουρδή

***

Η Μαργαρίτα Σκουμπουρδή γενήθηκε και ζει στην Αθήνα. Φοίτησε στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου στο τμήμα Πολιτισμική Τεχνολογία & Επικοινωνία, σπούδασε σκηνοθεσία στο Ιεκ Ακμή και τώρα σπουδάζει μετάφραση & επιμέλεια λογοτεχνικών κειμένων στο ΔΙΕΚ Αμαρουσίου. Εργάστηκε τρία χρόνια στην παραγωγή της εκπομπής Παρασκήνιο της ΕΤ1. Διηγήματά της έχουν δημοσιευθεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά και το διήγημα ΚΑΤΩ ΑΠ’ΤΟ ΛΙΟΠΥΡΙ έχει βραβευθεί κι εκδοθεί σε τόμο μαζί με άλλα 25 διηγήματα στον πανελλήνιο διαγωνισμό διηγημάτων από τις εκδόσεις ΚΟΡΑΛΛΙ. Βιβλία της, ΤΟ ΣΑΚΑΚΙ (2016) και Η ΚΟΡΦΗ ΤΟΥ ΚΗΠΟΥ (2018) από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.

Επικοινωνήστε μαζί μας!

info@envivlio.com

mob : 6944018135

  • Black Facebook Icon
  • Black Twitter Icon