ἐν βιβλίῳ...

πορτρέτο

Μια θερμή επιφάνεια. Ανιχνεύοντας κάτω από το χρώμα του ανθρώπινου σώματος, βλέπεις τη ρυθμική κίνηση του πινέλου. Ξάφνου ένα μάτι και μετά ένα ευθύ βλέμμα. Όχι ζωηρό, ούτε νεκρό. Αλλά σκληρό, τραχύ, σε αναμονή όπως η ζωή.

           

Κάτω από τις κόγχες των ματιών, δυο ίχνη από σταγόνες δακρύων, ίσως κάποιες θύμησες, και αυλακιές στο μέτωπο. Κάτι γαμψό στη μέση και λίγο ζαρωτό, δυο ρουθούνια που μυρίζουν. Αφουγκράζεται το περιβάλλον. Και ο χώρος βουτηγμένος πένθιμα στο μαύρο. Και ίσως αυτά τα γκρι μαλλιά που φαίνονται αχνά από το τσεμπέρι να αναμοχλεύουν την ανάμνηση της φωτεινότητας.

           

Μια ελιά... Ω ναι, μια ελιά στο πιγούνι! Και λίγες τρίχες, μία σκιούλα, πάνω από τα χείλη τα σουφρωμένα. Σουφρωμένα όχι από κακία αλλά από παραξενιά του χαρακτήρος. Παραξενιές, ιδιοτροπίες, από πόνο κι ατυχίες ως φαίνεται από τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες νέων και μωρών, που είναι κρεμασμένες στον ξύλινο τοίχο της δεξιάς ωμοπλάτης της, και κείνη στα μαύρα. Έμαθα πως έθαψε τρία παιδιά από τα έξι. Ένα μωρό από μαγουλάδες· ένα από πνιγμό, έφηβο· το τρίτο από εμφύλιο στο βουνό, αντάρτη· και φυλάει τον σύζυγο, γέρο κι ανάπηρο.

           

Στον αδύνατο λαιμό της, πανάδες γήρατος και ο κόμπος από το μαύρο τσεμπέρι. Ένας πνιγμός. Και αν μπορούσες να ακούσεις την εικόνα, θα καταλάβαινες πως αναφέρεται σε κομπιασμένο νερό που βγαίνει από τα μάτια σα δάκρυα με ένα γοερό κλάμα. Ο γιακάς της, σκούρος γκρι, από τα πολλά πλυσίματα έχει ξεθωριάσει. Ζάρες το ρούχο από την γκρίζα χιλιομπαλωμένη ποδιά λόγω της καθημερινής χρήσης της. Και τα κουμπιά της ρόμπας διαφορετικά. Όχι όλα. Τα δύο πρώτα είναι διαφορετικά από τα άλλα. Μία σκιά της ξύλινης καρέκλας πέφτει στην πλάτη της, που φαίνεται στον καθρέπτη πίσω της, αριστερά.

           

Τα χέρια ροζιασμένα από τις αγροτικές δουλειές και τα κρύα νερά από πλυσίματα. Σκασμένα, ξερά. Ίσως ο ζωγράφος να την έβαζε να βαστά μια τσουγκράνα, όπως οι επαρχιώτες στα βουνά καλλιεργώντας χωράφια.

           

Το δώμα από πέτρα και ξύλο. Όσο φαίνεται στο κάδρο. Εκείνη πάντα ακίνητη. Παγιωμένη στον χρόνο. Τα χέρια της κολλημένα στο σώμα της σε στάση προσοχής. Τα πόδια επίσης. Ένα παράθυρο... με σχεδόν κλειστά παντζούρια, να μπαίνει λιγοστό φως. Ένα τραπέζι φαίνεται μισό, που πάνω του έχει λιβάνι και σπίρτα. Ίσως να εξευμενιστεί. Ίσως για αυτό να στέκεται προσοχή. Να αναστενάξει. Να εισπνεύσει, να γλυκάνει και να βγάλει από μέσα της όλη τη δύσμοιρη ζωή της, η έρμη.

Μαργαρίτα Σκουμπουρδή

***

Η Μαργαρίτα Σκουμπουρδή γενήθηκε και ζει στην Αθήνα. Φοίτησε στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου στο τμήμα Πολιτισμική Τεχνολογία & Επικοινωνία, σπούδασε σκηνοθεσία στο Ιεκ Ακμή και τώρα σπουδάζει μετάφραση & επιμέλεια λογοτεχνικών κειμένων στο ΔΙΕΚ Αμαρουσίου. Εργάστηκε τρία χρόνια στην παραγωγή της εκπομπής Παρασκήνιο της ΕΤ1. Διηγήματά της έχουν δημοσιευθεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά και το διήγημα ΚΑΤΩ ΑΠ’ΤΟ ΛΙΟΠΥΡΙ έχει βραβευθεί κι εκδοθεί σε τόμο μαζί με άλλα 25 διηγήματα στον πανελλήνιο διαγωνισμό διηγημάτων από τις εκδόσεις ΚΟΡΑΛΛΙ. Βιβλία της, ΤΟ ΣΑΚΑΚΙ (2016) και Η ΚΟΡΦΗ ΤΟΥ ΚΗΠΟΥ (2018) από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.

Επικοινωνήστε μαζί μας!

info@envivlio.com

mob : 6944018135

  • Black Facebook Icon
  • Black Twitter Icon