ἐν βιβλίῳ

Αλ Κάχιρα

 

Η επιβίβαση έχει ολοκληρωθεί και το αεροπλάνο, επιτέλους, οδεύει προς το διάδρομο απογείωσης. Η Κατερίνα δένει τη ζώνη ασφαλείας και ρίχνει το κάθισμα  προς τα πίσω.

«Δύο ώρες καθυστέρηση, άδικα ξυπνήσαμε απ’ τα χαράματα βρε Άννα».

«Με το μποτιλιάρισμα που συναντήσαμε, μάλλον τυχερές είμαστε».

«Μα, τόση κίνηση κάθε μέρα;»

«Αν σκεφτείς πόσα εκατομμύρια άνθρωποι πηγαίνουν για δουλειά την ίδια ώρα, με τον ίδιο τρόπο...»

«Σωστά… Επιτέλους απογειωνόμαστε, ξύπνα με σε δυόμιση ώρες».

Ακουμπάω στο παράθυρο. Ο ήλιος είναι πεντακάθαρος όμως το τοπίο από ψηλά φαίνεται αρκετά θολό, σχεδόν μονόχρωμο. Ίσως φταίει η σκόνη που αιωρείται στην ατμόσφαιρα αυτές τις μέρες. Ίσως πάλι, ένα γιγάντιο θεϊκό χέρι, έχει πάρει μια χούφτα άμμο από την έρημο που απλώνεται δίπλα και το έχει πασπαλίσει. Άραγε θα βρέξει σύντομα; “Insha’allah”, θα έλεγε ένας Αιγύπτιος. Αν θέλει ο Θεός, ναι. Θα έρθουν καλύτερες μέρες; “Insha’allah”. Θα φύγει στην ώρα του το αεροπλάνο; “Insha’allah, insha’allah, insha’allah…”. Νιώθω ένα βάρος στα βλέφαρα… Ο Αλάχ, οι Φαραώ, ο Ρα, ο Νείλος… Το ξενοδοχείο μας είχε υπέροχη θέα στο Νείλο. Το πρωί, ο καφές στο μπαλκόνι ήταν απολαυστικός, οι φελούκες και τα ποταμόπλοια περνούσαν μπροστά μας σε απόσταση αναπνοής, όμως τη νύχτα, η  δυνατή μουσική και τα φλύαρα κορναρίσματα της οδού Αλ-Νιλ που τρύπωναν στο δωμάτιο από τα παλιά ξύλινα κουφώματα, ήταν σκέτο βάσανο. Προσπαθώ να βολευτώ στο κάθισμα. Δεν κατάφερα να κοιμηθώ χθες βράδυ παρόλο που η μέρα ήταν εξαντλητική…

Η βόλτα μας στην αγορά είχε ξεκινήσει νωρίς. Αμέτρητοι πάγκοι με χειροποίητα μικροαντικείμενα, παπούτσια, καφτάνια, πολύχρωμα φαναράκια που λαμποκοπούσαν. Δοκιμάζαμε αρώματα, φορούσαμε κοσμήματα και ψωνίζαμε κάνοντας σκληρό παζάρι. Το Χαν ελ-Χαλίλι έπαιζε με τις αισθήσεις μας. Έμοιαζε σαν ένας μαγικός μαγνήτης που έχει τραβήξει τα πιο έντονα χρώματα της πόλης. Σαν μικρογραφίες των χιλίων μιναρέδων, οι ναργιλέδες έκαιγαν σε κάθε γωνιά, αναδίδοντας ένα μεθυστικό άρωμα. Οι έμποροι μας κερνούσαν τσάι και τοπικά γλυκά. Ήμασταν μαγεμένες και, αν έκρινες από τα ψώνια που κρατούσαμε, το ξόρκι ήταν δυνατό.

Βγαίνοντας από την αγορά, μπροστά από το τέμενος Αλ-Χουσεΐν, μας πλησίασε μια γυναίκα. Το πρόσωπό της σκουρόχρωμο και ρυτιδιασμένο. Έμοιαζε να ασφυκτιά μέσα στην κόκκινη μαντήλα, όμως  χαμογελούσε. Ο ποδόγυρος της μαυρόασπρης κελεμπίας της  σερνόταν και είχε φθαρεί. Την περάσαμε για ζητιάνα αλλά δεν δέχτηκε χρήματα. Μας έκανε ένα νεύμα να την ακολουθήσουμε. Περπατήσαμε μαζί της αρκετή ώρα στα στενά του Καΐρου. Σ’ ένα στενό που μύριζε βρεγμένο χώμα, ένας άνδρας κρεμούσε μοσχαρίσια μπούτια σε έναν οριζόντιο στύλο. Κάποιες γυναίκες, γέμιζαν τα καλάθια τους με φρούτα από τους πάγκους που βρίσκονταν δίπλα. Ένα τρίκυκλο φορτωμένο με ψωμιά σταμάτησε μπροστά μας, ενώ ένα άλλο, φορτωμένο με σάπια λαχανικά, μάλλον έπαιρνε το δρόμο για το χωριό Μοκατάμ. Είδαμε τη γυναίκα να στρίβει ξανά και επιταχύναμε για να την προλάβουμε. Όταν στρίψαμε βρεθήκαμε σε ένα άδειο μικροσκοπικό δρομάκι που έβγαζε μπροστά στη πλατεία Ταχρίρ, ακούσαμε την ηχώ από έναν απόκοσμο ψίθυρο να αντικατοπτρίζεται στους τοίχους, «Αλ Κάχιρα… Αλ Κάχιρα…», όμως η γυναίκα είχε εξαφανιστεί.

Η πλατεία ήταν μεγαλύτερη απ’ ότι την περιμέναμε. Δεν υπήρχαν οδοφράγματα, ούτε τανκς. Οι άνθρωποι έκαναν τη βόλτα τους σιωπηλοί, χωρίς πανό. Οι αστυνομικοί φρόντιζαν να κυλάει ομαλά η κυκλοφορία των αυτοκινήτων στον κυκλικό κόμβο επιπλήττοντας που και που κάποιους απρόσεχτους οδηγούς. Οι άνδρες των δυνάμεων ασφαλείας που επιτηρούσαν την περιοχή ήταν απλά ένα προληπτικό μέτρο, ενώ τα γραφεία της κυβέρνησης είχαν ξεκινήσει να μεταφέρονται σταδιακά από το κτίριο της πλατείας προς τα νεόδμητα της νέας πρωτεύουσας. Όλα λειτουργούσαν σαν ένα καλοκουρδισμένο ρολόι. Ή ωρολογιακή βόμβα. Η προσευχή που ακούστηκε από τα μεγάφωνα μας θύμισε ότι είχε μεσημεριάσει και έπρεπε να φύγουμε για την προγραμματισμένη επίσκεψή μας στις πυραμίδες.

Η ώρα είχε πάει τρεις και η ακτινοβολία που αντανακλούσαν οι πέτρες και η άμμος μας είχε ζαλίσει. Είχαμε κάνει ήδη τη βόλτα μας γύρω από τα ογκώδη αρχαία μνημεία και ξεκουραζόμασταν στη σκιά. Τα γκρουπ των τουριστών συνέχιζαν να βγαίνουν με ορμή από τα λεωφορεία, σαν υγρή μάζα που κυλάει προς την είσοδο για να διασκορπιστεί μετά σταγόνα - σταγόνα προς κάθε κατεύθυνση εντός του συμπλέγματος των πυραμίδων. Δυο γκρουπιέρηδες τσακώνονταν για το ποιος θα βάλει πρώτος την ομάδα του στη μεγάλη πυραμίδα, μια Αγγλίδα πανηγύριζε επειδή έβγαλε την τέλεια φωτογραφία ενώ μια άλλη παραπονιόταν που δεν πρόλαβε…Ήταν αργά,  πήραμε το δρόμο της επιστροφής.

Λίγο πριν βγούμε στον αυτοκινητόδρομο, αναγνωρίσαμε το μαυρόασπρο μακρύ φόρεμα και την κόκκινη μαντήλα. Η γυναίκα μας περίμενε πλάι σε ένα σωρό από σκουπίδια, κάτω από μια γιγαντοαφίσα από αυτές που διαφήμιζαν τα νεόκτιστα πολυτελή διαμερίσματα στο Νέο Κάιρο. Με το ίδιο γλυκό χαμόγελο, μας έκανε πάλι ένα νεύμα και την ακολουθήσαμε. Μας οδήγησε σε ένα συγκρότημα από τούβλινες ημιτελείς πολυκατοικίες. Η πόλη ήταν γεμάτη από τέτοια κτίσματα. Κάποια διαμερίσματα, αντί για πόρτες και παράθυρα είχαν χοντρές ξεθωριασμένες κουρτίνες. Έφερε από μέσα ένα δίσκο με δυο πιάτα ζεστό κόσαρι και δυο παγωμένα αναψυκτικά και μας έβαλε να καθίσουμε σε δυο καρέκλες στην αυλή, απ’ όπου φαίνονταν οι τρεις μεγάλες πυραμίδες. Έπειτα χάθηκε στο εσωτερικό του σπιτιού.

Έτσι όπως κοιτούσαμε τους γιγάντιους φαραωνικούς τάφους, αυτές τις αθάνατες κατοικίες των νεκρών, ήρθε στο μυαλό μου το μεταθανάτιο δικαστήριο που μας περιέγραψαν στο αιγυπτιακό μουσείο. Η καρδιά του νεκρού ζυγιζόταν από τους θεούς και, αν ήταν αρκετά ελαφριά, του εξασφάλιζε την αιώνια ζωή. Αναρωτήθηκα τι βαραίνει την καρδία αν όχι η θυσία χιλιάδων ανθρώπων και πόσους ογκόλιθους είναι διατεθειμένος να σηκώσει κάποιος προσδοκώντας την αιωνιότητα. Ξαφνικά ένιωσα το σώμα μου ελαφρύ, άρχισα να πετάω. Ένας άνεμος με πήγε προς στην κορυφή της μεγάλης πυραμίδας. Άκουσα πάλι αυτόν τον ψίθυρο «Αλ Κάχιρα...», «Αλ Κάχιρα...ο Νικητής...το Κάιρο...». Όταν έφτασα στο ψηλότερο σημείο, γύρισα πίσω και κοίταξα προς το συγκρότημα των τούβλινων πολυκατοικιών. Τότε το στήθος μου έγινε ασήκωτο, το βάρος του με τράβηξε κάτω απότομα και άρχισα να κατρακυλάω ασταμάτητα στις πέτρες…

Ανοίγω τα μάτια μου έντρομη. Βλέπω την Κατερίνα στο διπλανό κάθισμα να με κοιτάει με απορία. Το αεροπλάνο έχει μόλις προσγειωθεί.

***

Η Έλενα Τσιώλη γεννήθηκε και ζει στην Κέρκυρα. Είναι απόφοιτη του τμήματος Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου και παρακολουθεί το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Δημιουργικής Γραφής της σύμπραξης του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου με το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας.

Αγαπάει τη μουσική (σπάνιο να συμβαίνει το αντίθετο σε έναν Κερκυραίο), ασχολείται με το tribal fusion, ενώ δεν χάνει ευκαιρία να ταξιδεύει, με αεροπλάνο, με αμάξι, με πλοίο, με βιβλίο…

Επικοινωνήστε μαζί μας!

info@envivlio.com

mob : 6944018135

  • Black Facebook Icon
  • Black Twitter Icon