ἐν βιβλίῳ

Καλαμιώτου 11  & Αθηναΐδος 12

Άνοιξη μ'ένα καλοκαίρι

 

Άνοιξή μου λατρεμένη,

Με τα θαυμαστά λουλούδια σου,

Τα μοσχοβολιστά αρώματα και χρώματα,

Τα χαρμόσυνα κελαηδήματα,

Τα δυναμικά τζιτζιρίσματα

Που σιγά-σιγά έπονται αισίως, 

-Α, όνειρο ζωής είχα από μικρός

Τζίτζικας πάνω σ’ έναν χονδρό κορμό

Ενός πελώριου καταπράσινου πεύκου να στέκω.

Όλο το νόημα, ο λόγος κι ο σκοπός της ύπαρξής μου

Τα καλοκαίρια που θα φέρνω με το τερέτισμά μου

Σε μια προσπάθεια να παρατείνω τις ανοίξεις.-

Το αξεπέραστο φως του ήλιου,

Τον καθαρό και καθάρειο ουρανό,

Πρόσχαρα στημένος καμβάς

Έτοιμος να ζωγραφιστεί

Με το πιο ροδαλό ηλιοβασίλεμα του χρόνου

Απ’ τον καλύτερο καλλιτέχνη, τον Θεό,

Που χρησιμοποιεί αποχρώσεις ανύπαρκτες,

Τη δύναμη που επιδεικνύεις

Όταν φυτρώνεις ένα χαμομήλι ή μια μαργαρίτα

Σχίζοντας το συμπαγές τσιμέντο,

Όταν γεννάς κάμπιες και πεταλούδες

Απ’ το πουθενά της φύσης,

Με λίγη μόνο βοήθεια απ’ τους ανθούς,

Όταν μας συστήνεις με τη θάλασσα

Και μας υπόσχεσαι να φέρεις

Ένα ανέγνοιαστο καλοκαίρι,

Μιας κι εσύ έχεις την εξουσία,

Και μας υπόσχεσαι τη δικαιοδοσία

Να απολαμβάνουμε τη δόξα του πρωινού

Σκαρφαλωμένη σε σφυρήλατα κάγκελα,

Προτροπή και για αναρρίχηση δική μας,

Σαν μια άλλη μαλακή πόα

Να πιαστούμε απ’ όλα τα άπιαστα,

Αφού κρύβεις μέσα σου κι ένα λαμπρό Πάσχα.

 

Έλα κατεπειγόντως και φέρε όλα τούτα μαζί σου!

Καλοδεχούμενες κι οι ενοχλητικές μύγες

Που διώχνουν μακριά τον θυμωμένο αγέρα

Που φέρνει πολλά δεινά,

Ένα μικρό και δικαιολογημένο τίμημα

Για να μην πληρώσουμε κάποιο μεγαλύτερο.

Σας παρακαλώ, ελάτε και ζω απομονωμένος

Μακριά απ' άλλους συγκρατούμενους,

Κουρασμένος κι ανέλπιδος,

Άρρωστος σε καραντίνα

Σ’ έναν χειμώνα αιώνα.

Πέφτω στα χορταριασμένα πόδια σας!

Ελάτε να με βοηθήσετε να πετάξω

Το ερεισίνωτο για τις πληγές του φόβου

Που με κρατάει καθηλωμένο,

Εγκλωβισμένο σ’ ένα άψυχα άσπρο κλουβί

Κι ενίοτε, ακόμα χειρότερα, κεκλιμένο 

Να μην δύναμαι να σηκωθώ να χορέψω

Ανάμεσα στις μέλισσες που μαζεύουν γύρη

Για να μας φτιάξουν γλυκύτατο μέλι

Και θεραπευτικό βασιλικό πολτό,

Να κάνω μαζί τους συγκομιδή της ζωής τραγουδώντας,

Να φτιάξω ένα μαγιάτικο στεφάνι

Και να οργανώσω μια μεγάλη γιορτή

Γύρω από μια φωτιά που θα καίει όλα τα αδιαπέραστα,

Για να τιμήσω όλα εκείνα τα αμελημένα ζωτικά.

Τελικά, κανείς και τίποτα δεν είναι άτρωτος,

Πόσο μάλλον απέθαντος και δεδομένος.

Το εμπέδωσα πια για τα καλά,

Ειδικά όταν μετέφερε νεκρούς στρατιωτικό κονβόι.

Μονάχα ένας ταπεινός παλιάτσος

Που ίσως κάποτε καταφέρει,

Με την προϋπόθεση να νοείτω,

Να ξεγελάσει για λίγο έστω το θάνατο

Και να κάνει όλη τη σύντομη ζωή με λίγη αγάπη

Μιαν άνοιξη μ’ ένα καλοκαίρι, δίχως απειλές.

-

Ο Γιώργος Τσιβελέκος γεννήθηκε το 1997 στο Μαρούσι. Το 2005 μετακόμισε απ' τη Νίκαια στην Ανάβυσσο, όπου και διαμένει ακόμη. Είναι απόφοιτος του τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών Αθηνών. Σκοπεύει να συνεχίσει τις σπουδές του με Μεταπτυχιακό στην Εγκληματολογία. Αυτήν την περίοδο παρακολουθεί διάφορα εκπαιδευτικά και επιμορφωτικά προγράμματα, μεταξύ των οποίων για τη Δημιουργική γραφή. Είναι εθελοντής συνεργάτης του Εργαστηρίου Αστεακής Εγκληματολογίας Παντείου Πανεπιστημίου και μέλος της οργανωτικής επιτροπής των Σεμιναρίων «Έγκλημα και Κινηματογράφος» που διοργανώνονται από αυτό και το Εργαστήριο Κοινωνικής Πληροφορικής Πανεπιστημίου Πατρών. Γράφει ποιήματα, διηγήματα, παραμύθια και μυθιστορήματα. Από μικρός είναι λάτρης της ανάγνωσης βιβλίων και έχει όνειρο να κρατήσει στα χέρια του και το δικό του βιβλίο, κάτι που ελπίζει να γίνει πολύ σύντομα.

Επικοινωνήστε μαζί μας!

info@envivlio.com

mob : 6944018135

  • Instagram
  • Black Facebook Icon
  • Black Twitter Icon