Χριστουγεννιάτικη σύναξη

 

Ο Όθων Κράους χύμηξε προς την έξοδο του σαλέ της Ρίνγκστρασσε σαν μαινόμενος ταύρος, με μάτια αγριεμένα από οργή• πίσω του ακολουθούσε φουριόζα η σύζυγος του βαρόνη Ζέλμα Κράους, που μόλις πρόλαβε να φορέσει το ένα μανίκι της μεγαλειώδους βιζόν γούνας της και με το άλλο χέρι παρατεταμένο τραβούσε τον λόρδο από την ουρά του φράκου. Παραμονή Χριστούγεννων του 1894, ώρα έντεκα και τριάντα τρία λεπτά, πριν τα μεσάνυχτα. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα ακούστηκε ένας αλλόκοτος ήχος και μια μακάβρια κραυγή.

 

Λίγες ώρες νωρίτερα οι εκλεκτοί προσκεκλημένοι είχαν αρχίσει να καταφθάνουν με τις άμαξες τους στο σαλέ, ένα λευκό παλάτι στο Χόφμπουργκ. Η είσοδος ήταν χτισμένη από πράσινο μάρμαρο, με δύο επιβλητικούς στρογγυλούς κίονες, τοξωτά πατώματα στο εσωτερικό του παλατιού κι επιχρυσωμένη διακόσμηση στους τοίχους. Η ατμόσφαιρα μύριζε αρώματα από εξωτικά λουλούδια και τούρτες, σαμπάνιες και φρεσκοκαβουρδισμένο καφέ. Μια ορχήστρα από τους φημισμένους μουσικοδασκάλους της Βιενέζικης Ακαδημίας είχε στηθεί δίπλα σ’ ένα θεόρατο τζάκι, τα σκούρα τους κεφάλια γυάλιζαν από πελώριες κίτρινες σταγόνες ιδρώτα. Κάθε λίγο έπαιζαν τη μελωδική καντάτα «το νεογέννητο βρέφος» του Μπαχ (Το νεογέννητο βρέφος, ο μικρός Ιησούς/ ακόμη μια φορά φέρνει τον καινούριο χρόνο/ σε όλους τους πιστούς χριστιανούς.).  Η τραπεζαρία πλημμύρισε με φωνές, επευφημίες κι αναστεναγμούς.

 

Οι κυρίες παίρνουν τις θέσεις τους, όπως ορίζει το πρωτόκολλο. Η βαρόνη Κ., με τις βαριές κεχριμπαρένιες μπούκλες και τα χρυσαφένια σκουλαρίκια, σαν ηλιαχτίδες, κάθεται απέναντι από τη δούκισσα της Καρσλούης (μακρινή συγγένεια), η οποία ανασηκώνει το λαιμό της για να φαίνεται το φιλντισένιο δέρμα της και το κολιέ από σπάνια σμαράγδια… ενώ η λαίδη Κόολερ βαδίζει ακόμη προς τη θέση της, πανέμορφη με τις ψηλές ωμοπλάτες της να καλύπτονται από μια αραχνούφαντη εσάρπα, ανεμίζοντας μια βεντάλια από ταρταρούγα, φτερουγίζοντας χαριτωμένα τα βλέφαρά της για να ταιριάζουν οι κινήσεις. Κάποιοι περιφέρονταν στην πινακοθήκη, η οικοδέσποινα τούς συνοδεύει εκθειάζοντας τ’ αποκτήματά της – «κάποια στιγμή ο βαν Γκογκ και Γκωγκέν θα αναγνωριστούν παρότι… ω μοντιέ… παράφρονες κι αυτοκτονικοί». Οι υπηρέτες εμφανίζονται διακριτικά, από αθέατες πόρτες, ανεβαίνουν από τα μαγειρεία του υπογείου, αθόρυβα, με το κορμί ευθυτενές, άκαμπτο, για να τονίζονται οι υποκλίσεις, σερβίροντας τους συνδαιτημόνες το μενού: σούπα με θαλασσινό νερό από ζωμό φασολιών και λευκή τρούφα, μαύρο χαβιάρι από την Κασπία, πίττες με μπλε κίσσες, παγώνια γεμιστά με καραμελωμένα κάστανα, περιχυμένα με μοσχολέμονα και άσπρη σάλτσα, γλυκά πασπαλισμένα με χρυσόσκονη, σοκολάτες περιχυμένες με μέλι από αχλάδια. Ο οικοδεσπότης, βαρόνος Υ. καλωσορίζει τους προσκεκλημένους, συγγενείς εξ αίματος και αγχιστείας, εκφωνώντας ένα μεγαλοφυές λογύδριο αντί πρόποσης: (…)  Τα κρυστάλλινα ποτήρια κουδουνίζουν γιορτινά, το βαθυκόκκινο κρασί από τη Σικελία μοσχοβολά βανίλια και δαμάσκηνα. Τα λαρύγγια ευφραίνονται, η ζάλη ανοίγει τον νου, σκορπίζουν οι αναστολές στο κενό.

 

Από τις είκοσι του Δεκέμβρη το θερμόμετρο έδειχνε δεκαπέντε κάτω από το μηδέν.  Μια σφοδρή χιονοθύελλα έθαβε σιγά σιγά την πόλη κάτω από ένα παχύ στρώμα πάγου σκληρού σαν το γρανίτη. Τα άλογα κυλούσαν τις άμαξες σαν σε παγοδρόμια, και σταματούσαν σε απόσταση πενήντα μέτρων από το σαλέ, γιατί ο περίβολος ήταν αδιάβατος, οι ευγενείς περπατούσαν στον διάδρομο που είχαν σκάψει οι υπηρέτες, ενώ οι γερο-ιπποκόμοι με τις ψηλές δερμάτινες μπότες φρόντιζαν τα άλογα σκεπάζοντάς τα με βαριές κουβέρτες, κι όπου μπορούσαν τα στέγαζαν κάτω από πρόχειρες τέντες.

 

 

«Νοστιμότατο το παγώνι, λιώνει στο στόμα, σκέτο λουκούμι!»

«Εξαίσιο, εξαίσιο, θαυμάσιο!» αναφώνησε μπουκωμένος ένας ορεσίβιος ευγενής, με τα μουστάκια του βουτηγμένα στο λίπος, προτού ξεσπάσει σ’ ένα επίμονο νευρικό βήχα.

«Μα δεν βρίσκετε αποκρουστικό να ψήνονται αυτά τ’ αγγελικά πουλιά στους φούρνους;», παρενέβη η λαίδη Μάρβελ, κι αμέσως τα μάγουλά της κοκκίνησαν χαριτωμένα.

«Ο θεός έπλασε τα πετεινά του ουρανού προς βρώση του ανθρώπου λαίδη, πρέπει οπωσδήποτε να το θυμάστε για να αποβάλετε τις ενοχές», είπε με στεντόρεια φωνή ο επίσκοπος, που τον είχαν στριμώξει σε μιαν απομακρυσμένη γωνιά της τραπεζαρίας (κάτι που ουδόλως τον δυσαρεστούσε γιατί έτσι μπορούσε να τρώει με την ησυχία του).

Τότε ο Όθων Κράους έκρινε πως η παρατήρηση της λαίδης Μάρβελ ήταν απολύτως ορθή. «Εξάλλου οι λίμνες που κληρονόμησα από το μακαρίτη θείο μας, τον βαρόνο Κλεμ» είναι γεμάτες χιλιάδες χήνες κι αγριόπαπιες, οι όχθες γεμίζουν αυγά τα καλοκαίρια, επιτέλους δεν μπορούν να είναι θήραμα των λαθροκυνηγών. Έχουν αποθρασυνθεί τελείως!»

«Μα πέθανε ο λατρευτός μας θείος;», είπε ο κόμης Λ. και πετάχτηκε από το κάθισμά του ξαφνιασμένος σαν να τον χτύπησε κεραυνός.

«Α, δεν το μάθατε, φαίνεται ο καιρός… στείλαμε ένα μάτσο τηλεγραφήματα… Έγινε μια αξιοπρεπέστατη κηδεία, για την ακρίβεια, θα έλεγα μια εξαιρετική κηδεία… πόσο θα το χαιρόταν ο θείος αν μας έβλεπε από ψηλά!».

«Μα για ποιο λόγο θεωρείτε πως είστε εσείς ο αποκλειστικός κληρονόμος Όθων; Έχουμε κι εμείς δικαιώματα στις κτήσεις του, είμαι βέβαιος…»  είπε ο ηλικιωμένος μαρκήσιος με το χρυσό μονόκλ.

«Η μητέρα μου ήταν πρωτεξαδέλφη με τον μακαρίτη τον πατέρα του, αυτός εργένης δεν άφησε κανέναν και δεν υπάρχει πιο κοντινός συγγενής εν ζωή, το έψαξα στο ληξιαρχείο. Θεία Πρόνοια, βλέπετε! Κι αν υπάρχει, ας βγει απόψε να το δηλώσει να τελειώνουμε με αυτή την ιστορία. Την περιουσία μου δεν θα τη σφετεριστεί κανείς!».

«Α, κάνετε λάθος Όθων να νομίζετε πως το θέμα είναι τόσο απλό, όχι όχι λάθος λάθος, αυτά είναι ζητήματα ζωής και θανάτου, δεν είναι αστεία πράγματα, δεν μιλάμε για μια νεροκολοκυθιά στις Άλπεις. Υπάρχουν νόμοι, διαθήκες, συμβολαιογράφοι, δικηγόροι, δικαστές, πρωτοδικεία, ειρηνοδικεία… Όλοι, μα όλοι, νομίζω, συμφωνούμε σ’ αυτό».

«Ω αγαπητέ μου, μην εμπαίζετε τη Θεία Πρόνοια» αναφώνησε η γηραιά βαρόνη Β. και το πεκινουά που κρατούσε συνεχώς στην αγκαλιά της γρύλλισε και με μια αυτόματη κίνηση της σιαγόνας του δάγκωσε τον διπλανό της. Συνέχισε με το μέτωπο συνοφρυωμένο: Και μη νομίζετε πως δεν γνωρίζουμε το ποιόν σας, τις κραιπάλες σας…»

 

 

«Ας σταματήσει επιτέλους αυτή η απαίσια μουσική, μου προκαλεί ημικρανία», φώναξε η δούκισσα Μ. ξεκουμπώνοντας το γάντι από σεβρό που ξαφνικά ένιωσε πως συνέθλιβε τον αγκώνα της.

«Πάντοτε ήσουνα ευαίσθητη χρυσή μου», είπε η βαρόνη, θα σου συστήσω έναν ψυχίατρο στη Βιέννη, θα σου αποβάλει τις φοβίες. Κάνει θαύματα!»

«Θα έχετε πείρα, ασφαλώς…»

«Ω, ναι, δεν έχω λόγο να σας το κρύψω! Είχα στείλει τον μπάτλερ μου που υπέφερε από ζαλάδες και υποχονδρία.»

«Βδέλλες! Βδέλλες….»

«Τι είπατε αγαπητέ μου, μα πώς τολμάτε;»

«Ω, συγχωρείστε με, με παρεξηγήσατε ασφαλώς• αφαίμαξη, φλεβοτομή, πώς το λέμε, καθαρίζει το αίμα, στο διάολο οι ημικρανίες, όλα τα κακά σκορπάνε».

 

(Τότε, η λαίδη Λ. απευθύνθηκε στη διπλανή της, «ω, μια χαρά σας βλέπω βαρόνη Κ., την τελευταία φορά που σας είδα τρόμαξα, μα τον Θεό, ήσασταν κίτρινη σαν το λεμόνι… κι αυτή η φαρδιά τουαλέτα πως σας κολακεύει-ει-ει...»

«Ευχαριστώ καλή μου… Α, τώρα που το θυμήθηκα – τις προάλλες συνάντησα τον δεύτερο σας σύζυγο στο καφέ Σεντράλ παρέα με τον Δρ. Φρόυντ. Φαινόταν τόσο γαλήνιος, μα τόσο ευτυχής, σας στέλνει εγκάρδια χαιρετίσματα…»)

 

Αντάλλαξαν πολλές πικρές κουβέντες οι συγγενείς, άναψαν τα αίματα, φούσκωσε η καρδιά τους από τον θυμό, γιατί τους ισχυρισμούς του Όθωνα τους λογάριασαν σαν άμεση προσβολή και πρόκληση.  Όπως κάθονταν στη μεγάλη τραπεζαρία ο ένας απέναντι στον άλλο (δεν κινούνταν καθόλου σαν να είχαν μαρμαρώσει) έμοιαζαν έτοιμοι για μια κονταρομαχία μέχρις εσχάτων.

 

Τότε ο Όθων τινάχτηκε από το κάθισμά του έξαλλος ( η χορωδία συνέχιζε), άρπαξε μία κόκκινη τουλίπα από το βάζο και την πρόταξε σαν όπλο στους ευγενείς: (Το νεογέννητο βρέφος, ο μικρός Ιησούς/ ακόμη μια φορά φέρνει τον καινούριο χρόνο/ σε όλους τους πιστούς χριστιανούς.). «Δεν πρόκειται να μου κλέψετε ούτε μία χάλκινη κορώνα, η περιουσία αυτή μου ανήκει νόμιμα –  σκαθάρια, μυριστήκατε αίμα, φαρισαίοι, ο διάβολος να σας πάρει, κι αν χρειαστεί να σας αφανίσω, θα σας αφανίσω από το πρόσωπο της γης. Έχω τη δύναμη, πολιτική και ηθική, και το ξέρετε πολύ καλά… Καλά Χριστούγεννα!»

 

Μετά γύρισε για ένα δευτερόλεπτο προτού χυμήξει στην έξοδο, στυλώνοντας τα μάτια του σ’ ένα γκρίζο σημείο, στη γωνιά της τραπεζαρίας:

 

«Κι εσύ μίζερε πτηνόμορφε αετομούρη, ποιος διάολος είσαι και στέκεσαι τόσην ώρα αμίλητος;»

 

 

Ο Όθων Κράους χύμηξε προς την έξοδο του σαλέ της Ρίνγκστράσσε σαν μαινόμενος ταύρος, με μάτια αγριεμένα από οργή, πίσω του ακολουθούσε φουριόζα η σύζυγος του βαρόνη Ζέλμα Κράους, που μόλις πρόλαβε να φορέσει το ένα μανίκι της μεγαλειώδους βιζόν γούνας της και με το άλλο χέρι παρατεταμένο τραβούσε τον λόρδο από την ουρά του φράκου.  Τότε, κατά διαβολική σύμπτωση, αποκολλήθηκε από τους κίονες ένα κομμάτι πάγου, χτύπησε τον Κράους κατακέφαλα, αυτός παραπάτησε τρικλίζοντας τρία τέσσερα μέτρα, ώσπου έπεσε μέσα σ’ ένα ανοικτό φρεάτιο, σαν βράχος που εκτινάχτηκε στην άβυσσο. Ακούστηκε ένας αλλόκοτος ήχος, ένας γδούπος, ένα βουητό, μια μακάβρια κραυγή – το ψηλό του καπέλο στροβιλίστηκε στη χιονοθύελλα –, κατόπιν νεκρική σιγή.

 

 

Κυριάκος Δημητρίου

Ο Κυριάκος Δημητρίου είναι καθηγητής ιστορίας των ιδεών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και λογοτέχνης.

 

Έργα :
 

(2018) Αθέατη πολιτεία, Πορεία

(2018) Ιμμάνουελ, Πορεία

(2018) Τα μάτια του λύκου, Πορεία

(2017) Το κώμα, Πορεία

(2016) Άνθρωποι στο βαγόνι, Πορεία

(2016) Το χειρόγραφο, Πορεία

(2016) Τρεις μήνες και μια μέρα, Πορεία

(2008) Ο πλατωνικός μύθος, Πορεία