ἐν βιβλίῳ

Ελεύθεροι πολιορκημένοι- μια άλλη ανάγνωση | Έφη Γεωργάκη

 

Τις τελευταίες μέρες έχουμε έρθει, οι περισσότεροι από εμάς, αντιμέτωποι με τον εγκλεισμό μας κι όλο και πιο συχνά ακούμε τη φράση πως είμαστε «Ελεύθεροι πολιορκημένοι». Το ομώνυμο ποίημα του Διονυσίου Σολωμού είναι ένα ποίημα ζωντανό, βαθιά συναισθηματικό, ρομαντικό και επίκαιρο. Η  μελέτη εκ νέου του κειμένου αυτού, του δευτέρου σχεδιάσματος για την ακρίβεια, δημιουργεί μια γέφυρα ιστορική της ανθρώπινης (και πανανθρώπινης) κατάστασης του εγκλωβισμού καθώς και τον επαναπροσδιορισμό της έννοιας ελευθερία, της ανδρείας, της ψυχικής ανάτασης και της δύναμης της ανθρώπινη ψυχής.

Σημείωση: Η ακόλουθη ανάγνωση του κειμένου είναι προσωπική και ενδέχεται συμπληρώσεις, σκέψεις, ή και διορθώσεις. Είναι παράλληλα κατάθεση σκέψεων και ψυχής. Είναι μια φωνή.

Ε.Γ.

 

«Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·

λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.

Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·

στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:

«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι;

Οπού συ μου ’γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει[...]»

 


Οι πόλεις είναι ήσυχες, τρομαχτικές και σήμερα «άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει» -το αντιλαμβάνεται κανείς βγαίνοντας μια βόλτα βραδινή στην πόλη. Ο θάνατος έχει ρίξει ένα πέπλο φόβου σε όλους. Οι ανοιχτοί τάφοι όλο και γεμίζουν συνανθρώπους μας και οι στρατιώτες του βασιλιά Θανάτου έχουν λάβει εντολή να είναι σε ετοιμότητα. Η ανθρωπότητα έρχεται αντιμέτωπη με τρία θεριά : Τον φόβο, τον θάνατο και τη σιωπή. Μα τα θεριά δεν είναι μόνο τρία. Είναι σαν τη Λερναία Ύδρα, που κόβεις ένα κεφάλι και ξεπετάγονται κι άλλα.

«[...]Λαλί πουλί παίρνει σπυρί κι η μάνα το ζηλευει[...]»

Σήμερα, υπάρχουν ακόμα μανάδες που δεν έχουν τροφή για τα παιδιά τους. Υπήρχαν και πριν την κρίση του ιού. Μανάδες που αγωνιούν, που πάσχουν, που δεν έχουν ύπνο γιατί τα ντουλάπια τους είναι άδεια. Ας σκεφτεί κανείς τώρα με αυτήν την κρίση, τις κυρίες που καθάριζαν σπίτια… δεν μετακινούνται αυτές τις μέρες… δεν βγαίνει το μεροκάματο… όμως τα παιδιά τους πρέπει να φάνε.. και πόσες ακόμα μανάδες σε αυτόν τον κόσμο.. Υπάρχουν βέβαια και οι άλλες, αυτές που τα ντουλάπια τους είναι γεμάτα.  Αυτές ζηλεύουν το πουλί για άλλους λόγους.  Που λαλεί ακόμα -τι τυχερό το πουλί: Ανίδεο του φόβου, ακόμα λαλεί. Τυχερό πουλί: Είναι ελεύθερο -πετά και σχεδόν ιεροτελεστικά πιάνει το σπυρί. Η ευλάβεια του πουλιού ενυπάρχει πίσω από αυτόν τον στίχο. Το πουλί ευχαριστεί τον Θεό γι' αυτό το σπυρί: Λαλεί. Η μάνα έχει τα παιδιά της μέσα στο σπίτι, έγκλειστα κι αυτά, δεν τα αφήνει να πετάξουν για να τα προστατέψει, δεν τα αφήνει να πάρουν την τροφή που δίνουν οι παρέες, τα παιχνίδια, το σχολείο -όχι ότι δεν θα μάθουν τα παιδιά πράγματα στο σπίτι-,  το φυτώριο του σχολείου, το ιερό σχολείο που συνδυάζει τις γνώσεις με το άνοιγμα νευρώνων στον εγκέφαλό που δημιουργεί το σύμπλεγμα των σχέσεων, η διαλεκτική της ομήγυρης, η αλληλεπίδραση. Η Μάνα λοιπόν ζηλεύει τον σπόρο της γνώσης που θα πάρει το πουλί, πέρα από την ελευθερία του.

Και ο ποιητής ενισχύει αυτήν την κατάσταση:

«[...]Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·

Ποια πείνα μαύρισε τα μάτια της μάνας σήμερα; Σε ποια μάτια ορκίζεται; Ο φόβος έχει μαυρίσει τα μάτια των μανάδων. Όμως δεν είναι μόνο η μάνα έτσι:

Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι;
Οπού συ μούγινες βαρύ κι’ ο Αγαρηνός το ξέρει[...]»

Αυτοί οι στίχοι… πόσο μπορούν να μιλήσουν για το σήμερα! Αν σκεφτεί κανείς τους ανθρώπους που δεν μπορούν να δουλέψουν από το σπίτι τους και μειώνονται τα έσοδά τους και τους άλλους που δουλεύουν στην πρώτη γραμμή…γιατρούς, νοσοκόμες, οδηγούς, πωλητές στα σούπερ μάρκετ, προσωπικό καθαριότητας… Πώς φεύγουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι να πάνε στη δουλειά τους; Πόσο βαριά είναι τα τουφέκια στα χέρια τους; Πολλά άρθρα στις εφημερίδες γράφουν πως κλαίγοντας πάνε και κλαίγοντας επιστρέφουν. Ποιος είναι όμως σήμερα ο Αγαρηνός; Ο Αγαρηνός μπορεί να είναι η ίδια η ασθένεια, αλλά και ο φόβος της ασθένειας. Ίσως και τα δυο μαζί. Ο ιός που δεν κάνει διακρίσεις από τη μία και ο φόβος που μεγαλώνει την ήδη τεράστια εικόνα του ιού. Και ένας φόβος που δεν είναι πλασματικός και φανταστικός… αλλά υπαρκτός.

Κι όμως… αυτή τη μαυρίλα έρχεται μια εικόνα να τη φωτίσει.. έστω και για λίγο:

«[...]Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,

κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε[...]»

Άνοιξη και τότε όπως και τώρα. Υπέροχος ο πρώτος στίχος. Φωτεινός. «Ο Απρίλης με τον έρωτα χορεύουν και γελούνε». Αμέσως-αμέσως δημιουργείται μια εικόνα ξεγνοιασιάς, χαράς, μια εικόνα λυτρωτική, που κάνει τον επόμενο στίχο να είναι ακόμα πιο τραγικός: «όσα άνθια βγαίνουν και καρποί τόσα άρματα σε κλείνουν». Μπορούν να αγγίξουν αυτοί οι στίχοι το σήμερα; Είναι άνοιξη… ο τόπος έχει αρχίσει να λουλουδίζει. Κι όμως δεν μπορεί κανείς να χαρεί την άνοιξη και το λουλούδισμα των φυτών, πρέπει όλοι να μείνουν σπίτι. Μέσα.

Τα άρματα είναι οι φόβοι που δεν αφήνουν να χαρεί ο άνθρωπος τις ομορφιές της φύσης και παράλληλα τον δυσκολεύουν να χαρεί τον έρωτα που θα πρόσφερε η δημιουργία ενός καλλιτεχνικού έργου ή της ανάγνωσης ενός ωραίου βιβλίου ή του παιχνιδιού. Η σκιά του θανάτου, έρχεται να τραυματίσει τον έρωτα μέσα στις ψυχές, τον έρωτα που ζει έγκλειστος… ακούγεται τόσο συχνά από φίλους η φράση: «δεν έχω διάθεση να κάνω τίποτα… με έχει ρίξει αυτή η κατάσταση».

Κι όμως…

«[...]Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
Και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
Κι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.
Και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,
Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,
Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο·
Το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι’ εκείνο.
Μάγεμα η φύσις κι’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
Η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι·
Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει·
Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει[...]»

Η φύση ζει έναν οργασμό. Τα σύννεφα, η θάλασσα, ακόμα και το σκουληκάκι ή η μαύρη πέτρα ζουν την αποθέωση της ζωής κι όλη αυτή η ομορφιά κάνει τον θάνατο να είναι πιο τραγικός.

Ο εγκλεισμός, ο φόβος και ο θάνατος όμως δημιουργούν τις κατάλληλες συνθήκες για να αναθεωρήσει κανείς τις αξίες της ζωής. Να δει κανείς ξανά τι είναι η ομορφιά. Να την αναγνωρίσει. (Η ώρα είναι 5 το πρωί και ένα πουλί έχει τρελαθεί έξω από το παράθυρο μου… τυχερό πουλί που καλημερίζεις τη μέρα με τραγούδι).

Ο στίχος «Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει», σήμερα δείχνει την παγκόσμια διάσταση της συμφοράς. Δεν είναι προσωπική υπόθεση, ούτε τοπική. Οι γλώσσες των λαών ενώνονται, όλα τα χείλη ψελλίζουν τα ίδια λόγια.

Όλος ο κόσμος σήμερα αναθεωρεί την έννοιά της ομορφιάς της ζωής. Η ομορφιά της ζωής είναι οι εμπειρίες, είναι οι εικόνες, είναι αυτά που μαζεύει ο άνθρωπος για το «μέσα» του. Δεν είναι τα υλικά αγαθά, είναι όλα τα άλλα που θα γεμίσουν την ψυχή του. Τις ώρες που ο θάνατος είναι τόσο κοντά, που έχει απλώσει τα χέρια του πάνω στον άνθρωπο, αυτές τις ώρες… δεν ζητά κανείς ένα καινούριο ζευγάρι παπούτσια… μα να δει μια φορά ακόμα το ηλιοβασίλεμα, τη θάλασσα, τον ουρανό, να μυρίσει ένα λουλούδι.

Ο επόμενος στίχος έρχεται να επιβεβαιώσει ακριβώς αυτό:

«[...]Τρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της[...]»

Αυτό κάνει η ψυχή αυτές της μέρες. Προσπαθεί να επαναπροσδιοριστεί. Να δει ποιες είναι οι πραγματικές της ανάγκες, ποια είναι όλα αυτά που την θρέφουν, που τη δυναμώνουν; Η λέξη «ψυχή» προέρχεται από το ρήμα «ψύχω» που θα πει «φυσώ», «πνέω». Γιατί αναπνέει κάνεις, γιατί παραμένει ζωντανός, γιατί θέλει να είναι ζωντανός, αυτή είναι μια σκέψη που είναι επίκαιρη. Η επιβολή του θανάτου, γεννά την ανάγκη να απαντηθεί αυτό το αίτημα. Γιατί να επιθυμεί κάποιος να ζήσει; Τι μπορεί να του δώσει αυτή η παράταση του βίου του; Τι θα ήθελε να ζήσει που δεν το έχει ζήσει ακόμα ή δεν το έχει ευχαριστηθεί; Γιατί αξίζει να ζει κανείς;

Όμως η ψυχή μπορεί να τρέμει και για άλλο λόγο… μπορεί να φοβάται ότι θα παρασυρθεί από την άνοιξη και θα βγει έξω να χαρεί τις ομορφιές… ότι από αδυναμία θα εκτεθεί στην ομορφιά και στον θάνατο.

Και αυτό έρχονται να δηλώσουν οι επόμενοι στίχοι:

«[...]Σάλπιγγα, κόψ’ του τραγουδιού τα μάγια με βία,
Γυναικός, γέροντος, παιδιού, μη κόψουν την αντρεία[...]»

Η Σάλπιγγα σήμερα είναι στα χείλη του πρωθυπουργού ή του γιατρού που ενημερώνει για τις εξελίξεις των ημερών. Έρχονται καθημερινά να κόψουν τα μάγια που προκαλεί η ομορφιά της ζωής και πάψουμε να είμαστε ανδρειωμένοι και ξεχυθούμε στα πάρκα, στις παραλίες και στα βουνά. Καθημερινά ακούγεται πως αυτή η έλλειψη ελευθερίας θα είναι σωτήρια. Μόνο οι σάλπιγγες πολέμου ασκούν μια κάποια δύναμη, διαλύουν τα μάγια και είναι κι αυτός ένας πόλεμος. Αντίπαλοι: τα μάγια και οι σάλπιγγες και οι άνθρωποι στο μέσο της πυράς. Πόσο δύσκολο θα είναι να βγει κανείς αλώβητος από το πεδίο της μάχης! Η ανδρεία πρέπει αν είναι στην ψυχή… υπάρχουν και αυτές οι σάλπιγγες. Που φωνάζουν να παραμείνει κανείς ψύχραιμος, να αναζητήσει τον εαυτό του, να παραμείνει ξύπνιος και δυνατός.

«[...]Χαμένη, αλίμονον! κι οκνή τη σάλπιγγα γρικάει·

αλλά πώς φθάνει στον εχθρό και κάθ’ ηχώ ξυπνάει;

Γέλιο στο σκόρπιο στράτευμα σφοδρό γεννοβολιέται,

κι η περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανίς πετιέται·

και με χαρούμενη πνοή το στήθος το χορτάτο,

τ’ αράθυμο, το δυνατό, κι όλο ψυχές γιομάτο,

βαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα,

τον όμορφο τρικύμισε και ξάστερον αέρα·

τέλος μακριά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν’ άστρο,

τρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο[...]»

Φτάνει ο ήχος της σάλπιγγας στους εχθρούς…Ο εχθρός ξέρει, καταλαβαίνει την αδυναμία… όμως στην περίπτωση την τωρινή, ποιος είναι ο εχθρός; Ο ιός; Και πως μπορεί να καταλαβαίνει ο ιός την αδυναμία των ελεύθερων πολιορκημένων του σήμερα; 

Αν και θα μπορούσε να στραφεί το παρόν κείμενο στις θεωρίες μετάλλαξης του ιού, δεν θα πάρει τέτοιο δρόμο. Ο εχθρός θα παραμείνει ο ίδιος ο εαυτός. Ο πόλεμος έχει κηρυχτεί μέσα στις καρδιές των ανθρώπων. Η σύμπνοια για τον συνάνθρωπο υπό την σκέπη της κοινής μοίρας-της αντιμετώπισης μια πανδημίας και η ευγνωμοσύνη όταν  η ασθένεια δεν είναι μέσα στο σπίτι του καθενός, πολεμούν. Η αδυναμία και η δύναμη: έστω και παροδική η διατήρηση στη ζωή προσδίδει μια δύναμη… και θέλει διαχείριση αυτή η δύναμη λόγω της αδυναμία της να είναι μόνιμη. Θέλει προσοχή ο πανηγυρισμός του τρόμου…

«[...]Μόλις έπαυσε το σάλπισμα ο Αράπης, μία μυριόφωνη βοή ακούεται εις το εχθρικό στρατόπεδο, και η βίγλα του κάστρου, αχνή σαν το χάρο, λέει των Ελλήνων: «Μπαίνει ο εχθρικός στόλος.» Το πυκνό δάσος έμεινε ακίνητο εις τα νερά, όπου η ελπίδα απάντεχε να ιδεί τα φιλικά καράβια. Τότε ο εχθρός εξανανέωσε την κραυγή, και εις αυτήν αντιβόησαν οι νεόφθαστοι μέσ’ από τα καράβια. Μετά ταύτα μία ακατάπαυτη βροντή έκανε τον αέρα να τρέμει πολλή ώρα, και εις αυτή την τρικυμία

η μαύρη γη σκιρτά ως χοχλό μες στο νερό που βράζει.

 

-Έως εκείνη τη στιγμή οι πολιορκημένοι είχαν υπομείνει πολλούς αγώνες με κάποιαν ελπίδα να φθάσει ο φιλικός στόλος και να συντρίψει ίσως τον σιδερένιο κύκλο οπού τους περιζώνει· τώρα οπού έχασαν κάθε ελπίδα, και ο εχθρός τούς τάζει να τους χαρίσει τη ζωή αν αλλαξοπιστήσουν, η υστερινή τους αντίσταση τους αποδείχνει Μάρτυρες[...]»

 

 

Η επέλαση την πανδημίας, δεν έφερε αυτές τις εικόνες και τα συναισθήματα; Η ελπίδα, ο αναβρασμός, η απελπισία; Όμως στα σχόλια του Σολωμού, διαβάζουμε πως «ο εχθρός τούς τάζει να τους χαρίσει τη ζωή αν αλλαξοπιστήσουν, η υστερινή τους αντίσταση τους αποδείχνει Μάρτυρες».

Όμως στο σήμερα; Τι είναι αυτό που θα πρέπει ο άνθρωπος να κρατήσει γερά; Σαφώς και είναι η πίστη (όπως αντιλαμβάνεται κανείς την πίστη), αλλά πρωτίστως η πίστη του καθενός στον εαυτό του. Πώς κρατά κάποιος καλά τον εαυτό του; Εδώ η ενδοσκόπηση μπορεί να μοιάζει με τη φασολάδα. Όταν ρίχνει κανείς τα φασόλια στο νερό, στην αρχή επιπλέουν όλα… όμως λίγο αργότερα τα πιο πολλά κάθονται και λίγα παραμένουν στην επιφάνεια. Κάπως έτσι είναι και αυτή η εποχή βγάζει στον αφρό πολλά… αλλά λίγα θα μείνουν πάνω πάνω. Ο Πολυλάς μιλώντας ειδικά για τους ελευθέρους πολιορκημένους λέει ότι η ηθική ελευθερία είναι το πιο οχυρό καταφύγιο της ανθρώπινης ψυχής που πολιορκείται από τη φυσική βία.

Αυτό είναι που πρέπει να διατηρήσει ο άνθρωπος σήμερα. Να διατηρήσει ή να ανακαλύψει... την ηθική του ελευθερία.

Και συνεχίζοντας… παραλείποντας κάποιους στίχους,

«[...]Απόψε, ενώ είχαν τα παράθυρα ανοιχτά για τη δροσιά, μία απ’ αυτές η νεότερη, επήγε να τα κλείσει, αλλά μία άλλη τής είπε:

«Όχι, παιδί μου· άφησε νά μπει η μυρωδιά από τα φαγητά· είναι χρεία να συνηθίσουμε.

 

Μεγάλο πράμα η υπομονή! . . . . . . .

Αχ! μας την έπεμψε ο Θεός· κλει θησαυρούς κι εκείνη.

 

Εμείς πρέπει να έχουμε υπομονή, αν και έρχονταν οι μυρωδιές

απ’ όσα δίνει η θάλασσα, απ’ όσ’ η γη, ο αέρας[...]»

Το μάθημα της ζωής μας τώρα είναι υπομονή και μέσα εκεί κρύβονται θησαυροί λέει ο ποιητής. Τι θησαυροί όμως; Αν ο εγκλεισμός έπαυε να είναι για τον άνθρωπο καταδίκη, αλλά ήταν ευκαιρία; μήπως αυτή η σκοπιά θα έβγαζε τελικά σε κάτι καλό; Τόσα και τόσα άρθρα που διαβάζει κανείς σήμερα  από επιστάμενες, λογοτέχνες, καλλιτέχνες και αστρολόγους, λένε ακριβώς το ίδιο πράγμα. Αυτή η φάση μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία…ευκαιρία να γνωρίσουμε τον εαυτό μας, να ανακαλύψουμε τους θησαυρούς μας.

Πέραν όμως από τον προσωπικό θησαυρό, υπάρχει και ένας ακόμα θησαυρός:

«[...]Και αφού όλες εδιηγήθηκαν τα ονείρατά τους, εκείνη που ’χε το παιδί ετοιμοθάνατο είπε: «Ιδές, και εις τα ονείρατα ομογνωμούμε, καθώς εις τη θέληση και εις όλα τ’ άλλα έργα». Και όλες οι άλλες εσυμφώνησαν κι ετριγύρισαν με αγάπη το παιδί της που ’χε ξεψυχήσει.

Στο Μεσολόγγι, αυτές τις τόσο δύσκολες ώρες, υπήρχε σύμπνοια και αγάπη μεταξύ των ανθρώπων. Μπροστά στο θάνατο, οι άνθρωποι ήταν ίσιοι και σύμμαχοι.  Μπροστά στη συμφορά, αυτό είναι κάτι που πρέπει να μιμηθεί η ανθρωπότητα σήμερα. Και να διδαχτεί.

Ετούτ’ είν’ ύστερη νυχτιά· όλα τ’ αστέρια βγάνει·

ολονυχτίς ανέβαινε η δέηση, το λιβάνι.

 

Ο Αράπης, τραβηγμένος από τη μυρωδιά που εσκορπούσε το θυμίαμα, περίεργος και ανυπομόνος, με βιαστικά πατήματα πλησιάζει εις το τείχος,

 

και απάνου, ανάγκη φοβερή! σκυλί δεν του ’λυχτάει.

 

Και ακροάζεται· αλλά τη νυχτική γαλήνη δεν αντίσκοβε μήτε φωνή, μήτε κλάψα, μήτε αναστεναγμός· ήθελε πεις ότι είχε παύσει η ζωή· οι ήρωες είναι ενωμένοι και, μέσα τους, λόγια λένε

 

για την αιωνιότητα, που μόλις τα χωράει·

Στα μάτια και στο πρόσωπο φαίνοντ’ οι στοχασμοί τους·

τους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους.

Αγάπη κι έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν·

τα σπλάχνα τους κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν·

γλυκιά κι ελεύθερ’ η ψυχή σα να ’τανε βγαλμένη,

κι υψώναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη[...]»

Εδώ οι στίχοι είναι αποκαλυπτικοί. Δεν ακούγεται «κλάψα, ούτε φωνή, ούτε αναστεναγμός». Οι άνθρωποι γνωρίζουν ότι έχει έρθει το τέλος και είναι ενωμένοι. Στο πρόσωπο τους φαίνονται οι στοχασμοί τους…πόσο βαθιά μέσα τους έχουν μπει... πόσο έχουν αναγνωρίσει τον εαυτό τους. Πόσο μοιάζουν με την γη…με τον Απρίλη και τον Έρωτα που αναφέρονται στους πρώτους στίχους. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος και ταυτίζεται με την άνοιξη και τον έρωτα. Ο άνθρωπος έχει καταφέρει να κατακτήσει την ελευθερία του χωρίς να είναι αποκοιμισμένος. «Τινάζουν τα σπλάχνα τους κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν». Θα μπορούσε αυτό να είναι μια προτροπή του ποιητή στο σήμερα, να διακηρύττει «Μην κοιμάστε… ζήστε, αγαπήστε, αξιολογήστε τη ζωή σας και την κάθε στιγμή… ερωτευτείτε, όσο κι αν νιώθετε κουρασμένοι και εγκλωβισμένοι, η ελευθερία είναι εσωτερική υπόθεση»

Ο στίχος που απαντάται : «Κι άνθιζε μέσα μου η ζωή μ’ όλα τα πλούτια πὄχει», έρχεται να υπογραμμίσει το παραπάνω. Η ζωή έχει πλούτο, πρέπει να την αφήσει ο άνθρωπος να ανθίσει μέσα του. Το μέσα μας δεν εγκλωβίζεται, δεν πολιορκείται, το μέσα μας μπορεί να παραμείνει ελεύθερο. κι όσο κι αν κουράζεται το σώμα η καλοσύνη είναι ακούραστη:

«[...]Συχνά τα στήθια εκούρασα, ποτέ την καλοσύνη[...]»

και σε αυτό το πλαίσιο της ελευθερίας, της εσωτερικής, με άξονες την αγάπη, τον έρωτα, τη σωτηρία της ψυχής και το άνθισμα της ζωής μας, ας είμαστε αδερφωμένοι και ταπεινοί.

«[...]Ανάξιε δούλε του Χριστού, κάτου τα γόνατά σου[...]»

Η ταπεινότητα και η υπομονή θα βοηθήσουν αυτές τις δύσκολες μέρες.

Κάπως έτσι τελείωσε αυτή η αυτή η διαφορετική ανάγνωση του δεύτερου σχεδιάσματος των ελεύθερων πολιορκημένων. Η προσωπική μου ανάγνωση. Κάπως έτσι, το προσωπικό μου ταξίδι συνεχίζεται. Η πρόταση για μελέτη του κειμένου παραμένει ανοιχτή. Σήμερα μπορούμε να το κατανοήσουμε καλύτερα από όταν το μελετούσαμε στο σχολείο. Μπορούμε να διδαχτούμε και να το απολαύσουμε. Είμαστε τυχεροί σήμερα, γιατί ξέρουμε ότι δεν έρχεται το τέλος. Ξέρουμε ότι όλο αυτό θα περάσει. Στο Μεσολόγγι ήξεραν ότι αυτό είναι το τέλος. Σε εμάς δεν είναι. Οι απώλειες βέβαια των ανθρώπινων ψυχών ανά τον κόσμο, δεν μπορούν παρά να μας κάνουν να πενθούμε κι εμείς για όλους αυτούς που φεύγουν. Είμαστε φθαρτοί και αυτή είναι η μόνη βεβαιότητα σε αυτόν τον γεμάτο αβεβαιότητες κόσμο. Όμως μπορούμε να γελάμε ακόμα, να ερωτευόμαστε, να παίζουμε με τα παιδιά μας, να μιλάμε με φίλους, συγγενείς, να βοηθάμε όποιον έχει ανάγκη, να προσευχόμαστε, να φυτεύουμε λουλούδια στα μπαλκόνια μας, να διαβάζουμε ωραία βιβλία. Πρέπει να κάνουμε υπομονή… θα περάσει κι αυτό. θα περάσει και μπορούμε να είμαστε καινούριοι άνθρωποι μετά από αυτή την εμπειρία… και γιατί όχι… καλύτεροι άνθρωποι.

 

Το πρωτότυπο κείμενο βρίσκεται εδώ: http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=10&text_id=3445

                                                                         

Έφη Γεωργάκη

Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης «Ράμπα»

BA in European Culture Studies

MSc in Creative Writing

Επικοινωνήστε μαζί μας!

info@envivlio.com

mob : 6944018135

  • Instagram
  • Black Facebook Icon
  • Black Twitter Icon