ἐν βιβλίῳ

1983 - Χριστόφορος Κάσδαγλης | Εκδόσεις Καστανιώτη

 

Στο μυθιστόρημα του Χριστόφορου Κάσδαγλη 1983 δεν υπάρχουν νικητές ή ηττημένοι, όπως εξάλλου συμβαίνει συχνά στο σύγχρονο μυθιστόρημα. Άλλωστε, κάτι τέτοιο υποδεικνύει τόσο ο τίτλος του πρώτου μέρους του βιβλίο «Ε, όχι και λούζερ» -καθώς ο ήρωας Βλαδίμηρος Δημητριάδης, ξεκινώντας στα 57 του χρόνια την εξιστόρηση της καθοριστικής στιγμής της ενηλικίωσής του, αρνείται αυτόν τον χαρακτηρισμό, προσπαθώντας να αντιμετωπίσει τις όποιες επιτυχίες ή αποτυχίες της ζωής του με αξιοπρέπεια- όσο και του τελευταίου μέρους «We shall overcome», που μέσα στην ασάφειά του δηλώνει «κάτι σαν “θα επιβιώσουμε” ή “θα τα καταφέρουμε” ή “θα ορθοποδήσουμε” ή ”θα νικήσουμε”».

Ωστόσο, στο 1983 υπάρχουν θύτες και θύματα, ρόλοι που εναλλάσσονται καθώς πολλές φορές η οριοθέτηση είναι δυσδιάκριτη. Θύτες και θύματα της αγνότητας, της νεότητας, των οραμάτων, των μεγάλων αφηγήσεων, των ιδεοληψιών, των περιχαρακώσεων, της ιστορικής στιγμής.

 

Ουσιαστικά, πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που μιλά για το σήμερα ή καλύτερα για το «πώς φτάσαμε ως εδώ». Σε αντίθεση εντούτοις με όσους συγγραφείς επιλέγουν να το κάνουν εστιάζοντας στο «τώρα» της πολύμορφης και -πλέον- πολύχρονης κρίσης, ο Κάσδαγλης επιλέγει τη βουτιά στο χρόνο. Επιστρέφει στο σημείο «απ’ όπου άρχισαν όλα», στο 1983, εποχή όπου το ΠΑΣΟΚ εγκαταλείπει σταδιακά τη σοσιαλιστική ρητορική εγκαθιδρύοντας το λεγόμενο «πασοκικό» κράτος και ξηλώνοντας αργά αλλά σταθερά το πουλόβερ των ρηξικέλευθων αλλαγών και των οραμάτων. Στην αφήγησή του εναλλάσσει τη ματιά του 20χρονου τότε Δημητριάδη με αυτή του 57χρονου σήμερα ήρωά του, με όχημα τη γλώσσα, αφού εσκεμμένα χρησιμοποιεί γλωσσικά κλισέ της 10ετίας του ’80 και του σήμερα, παρακάμπτοντας εκείνα των δεκαετιών που μεσολάβησαν. Με τρόπο ευαίσθητο και πολλές φορές συγκινητικό, δημιουργεί μία αληθοφανή κατάσταση, μία φοιτητική κατάληψη, αφήνοντας τον αναγνώστη να επιλέξει μόνος του τις αντιστοιχίσεις ή τις αποκλίσεις του τότε με το σήμερα. Μοιραία ωστόσο, ένα μέρος του αναγνωστικού του κοινού θα αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα στην αφήγηση και θα διαπιστώσει, με την ψυχρή ματιά που επιτρέπει η χρονική απόσταση, ότι πράγματι υπήρξε και θύμα και θύτης. Τα μόνα πραγματικά γεγονότα της εποχής στα οποία αναφέρεται είναι η ανακήρυξη του ψευδοκράτους του Ντενκτάς στη βόρεια Κύπρο και οι διαπραγματεύσεις για την παραμονή των αμερικανικών βάσεων στην Ελλάδα. Καθόλου τυχαία επιλογή.  

 

Έτσι, ο 57χρονος Δημητριάδης θυμάται:    

«Κατά τη διάρκεια των μακρών διαπραγματεύσεων, οι κυβερνητικοί παράγοντες άφηναν να διαρρέουν σταδιακά δικαιολογίες και προφάσεις για την αδυναμία τους να εκπληρώσουν τη θεμελιώδη προεκλογική υπόσχεσή τους. […] Ώσπου τέλειωσε κάποια στιγμή η παράσταση και ανακοινώθηκε επισήμως ότι σύντομα θα έπεφταν οι υπογραφές. Κανείς ωστόσο δεν έσπευδε να ενημερώσει την κοινή γνώμη για το ακριβές περιεχόμενο της συμφωνίας, έπρεπε, λέει, πρώτα να μεταφραστεί στα ελληνικά. [...] Ένα παιχνίδι λέξεων, τέλος πάντων, για τους ιθαγενείς. Σήμερα ξέρουμε.»

(Οι αντιστίξεις και οι συσχετίσεις με βάση την ομοιότητα ή την αντίθεση με πρόσφατες διαπραγματεύσεις επαφίενται φυσικά στον αναγνώστη).

Έχει ειπωθεί ότι πρόκειται για «μυθιστόρημα ενηλικίωσης». Μπορεί, αφού ο ίδιος ο ήρωας επιστρέφοντας στα είκοσι του χρόνια εστιάζει την αφήγηση του σε μόλις 40 ημέρες -τόσος είναι ο χρόνος της αφήγησης- κατά τις οποίες όμως συνέβησαν καταλυτικά γεγονότα που διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα και την ταυτότητά του: αποπομπή από το πατρικό, πρώτη φοιτητική κατάληψη, είσοδος στην εργασία. Αν ωστόσο ο Βλαδίμηρος Δημητριάδης, όπως και τα παιδιά της γενιάς του, κατάφερε να ενηλικιωθεί και να αντιμετωπίσει τη ζωή με τις μικρές ή τις μεγάλες επιτυχίες και αποτυχίες της, το ίδιο δεν συνέβη και με το κίνημα, το οποίο παρέμεινε στην εφηβική του ηλικία, συχνά με τάσεις παλιμπαιδισμού.

Οπωσδήποτε η ανάγνωση του μυθιστορήματος, παρά το χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό που χαρακτηρίζει τη γραφή του Κάσδαγλη, αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση. Υπάρχει η συγκίνηση του αγώνα, το ερωτικό σκίρτημα, τα καλοκαιρινά κάμπινγκ, τα ρεμπετάδικα, οι μυρωδιές της παιδικής ηλικίας, τα κυριακάτικα απομεσήμερα με τις ραδιοφωνικές ποδοσφαιρικές μεταδόσεις, χωρίς, ωστόσο, την παραμορφωτική εξιδανίκευση ή «τη λαχτάρα για τα περασμένα» που συχνά επιφέρει η αναδρομή στο παρελθόν. Αναμφισβήτητα όλοι, ή τουλάχιστον οι περισσότεροι, θα θέλαμε μια επιστροφή στη νεότητά μας. Ίσως όμως, αν ο Δημητριάδης είχε αυτή την ευκαιρία να άλλαζε κάποια πράγματα:

«Η βαθύτερη αλήθεια είναι ότι δεν μου άρεσε να πουλάω εφημερίδες σε δρόμους και σε πολυκατοικίες, ούτε και να κολλάω αφίσες. […] Επίσης, με την πάροδο του χρόνου συνειδητοποίησα ότι ουδόλως μου άρεσε να συμμετέχω σε κομματικά όργανα, σε ακτίφ, ολομέλειες, συνέδρια – μες σε καπνούς και σε βρισιές. Βρες τώρα εσύ γιατί στα κομμάτια τα έκανα όλ’ αυτά και ξόδεψα μεγάλο μέρος από τα νιάτα μου. Παρηγοριέμαι εκλαμβάνοντάς τα ως το αγροτικό μου.»          

     

Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που, πέρα από την πλοκή, ανοίγεται σε άλλους χώρους, όπως η πολιτική, η κοινωνιολογία, η ιστορία, η ψυχολογία, κάνοντας σαφές ότι η κατανόηση των πραγμάτων απαιτεί την εποπτεία όλων των επιπέδων στα οποία αυτά εξελίσσονται. Ταυτόχρονα όμως αποδεικνύει ότι αυτή η κατανόηση συγκοινωνεί υπογείως με τον στοχασμό, την ευαισθησία, το συναίσθημα και τη συγκίνηση.

Τζένη Θεοφανοπούλου

Επικοινωνήστε μαζί μας!

info@envivlio.com

mob : 6944018135

  • Black Facebook Icon
  • Black Twitter Icon