ἐν βιβλίῳ

Σοφία Γιαννούλη

BA in Cultural Technology and Communication - University of the Aegean

MSc in Creative Writing

Ο αχός του αιώνιου χρόνου

  

Η γνώση της εμπειρίας αντιμέτωπη με τα πάθη αποτελεί ισχυρό παράγοντα στην εξελικτική δράση της ιστορίας ή εν τέλει, η δράση της εν λόγω γνώσης, περιορίζεται σε έναν «περιστασιακό απολογισμό» που οι επόμενες γενιές κλειδώνουν στο συρτάρι;  Ποιος νικάει και ποιος νικιέται τελικά; Η ιστορία άηχα μας κραυγάζει ότι η ψυχολογική αλλοτρίωση και ο ευτελισμός της ανθρώπινης ύπαρξης υποτάσσονται στα πάθη (ιμπεριαλιστικές τάσεις, θρησκευτικός φανατισμός, υστεροφημία με όποιο κόστος) ως αμετάβλητες σταθερές στο πέρασμα του χρόνου, ενώ ο χρόνος συνιστά μια αμελητέα μεταβλητή, αδύναμη να διδάξει στους μεταγενέστερους, έχοντας ως φυσικό επόμενο την απουσία διορατικότητας και βλέψης μιας δυνητικής αντιστροφής των όρων της εξίσωσης. 

  

Τι θα συνέβαινε αν αφαιρούσαμε το χρόνο και οι ιστορίες περιπλέκονταν απαλλαγμένες από τη συγκεκριμένη συνιστώσα; Δύο διαφορετικές εποχές, μα ίδιες ανάγκες και το βάρος να μην ελαφραίνει. Προσεγγίζοντας το ύφος του Γ. Βιζυηνού, αφετηρία έμπνευσης του παρακάτω διηγήματος στάθηκε η παιδική ηλικία των δύο αφηγηματικών του ηρώων (παππού Γιώργο και Μοσκώβ–Σελήμ, από τα αντίστοιχα διηγήματα  «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον» και «Μοσκώβ–Σελήμ»), καθώς γεννήθηκαν αγόρια και μεγάλωναν ως κορίτσια. Η καταπάτηση της βιολογικής ταυτότητας και οι συνέπειες που επιφέρει η έμφυλη, συνυπογράφουν τη διαχρονικότητά τους, θέτοντας το υπόρρητο ερώτημα -όπως σε όλα τα μεγάλα ζητήματα, άλλωστε- εν τέλει, «τι είναι ελευθερία;».

   Ω ψυχή μου! Δε γνωρίζω αν ο χρόνος με φτάνει ή με σταματά η ντροπή μου ώστε να σου εξιστορήσω την ύψιστη ταπείνωση που βαστάει η καρδιά μου. Τούτη τη στιγμή προτιμώ να μην ενοχλήσω την ψυχή μου από τη γαλήνη της παρά να σχηματίσεις ανάξια ιδέα για τον άνθρωπο που σε μεγάλωσε. Μονάχα την αληθινή αιτία που έβγαλα από πάνω μου τα φουστάνια και έκοψα τα μαλλιά μου δε σου μαρτύρησα. Το μοναδικό μου ταξίδι που άλλαξε αμετάκλητα την πορεία των σκέψεών μου, σε άλλοτε ονειρικούς κόσμους και άλλοτε δυσβάσταχτους πόνους.

   Ήμουν στην ηλικία σου όταν μεσάνυχτα έφτασαν σπίτι μας τρεις ευνούχοι να πάρουν τη μητέρα μου, για να ράψει το φόρεμα της επιπλέον νύφης του μπέη. Η φήμη για τα χρυσά της δάχτυλα αποτέλεσε και το μεγάλο μου ανάθεμα. Βλέπεις αγόρια και κορίτσια σε αυτές τις ηλικίες δεν ξεχωρίζουν και σαν με είδαν με τα μισοφόρια και τα μακριά μου μαλλιά με άρπαξαν και μένα σαν επιλαχούσα γυνή του χαρεμιού. Θα με εκπαίδευαν κι αν είχα τα προσόντα θα γινόμουν κι εγώ νύφη κάποια μέρα. Μα τα παρηγορητικά λεγόμενά τους ήταν για να σταματήσει ο βασανισμός των αυτιών τους από το παιδικό κλάμα μου καθώς η διαδρομή ήταν μεγάλη και κακοτράχαλη. Η μητέρα μου ατάραχη, ώστε να μην κινήσει τις υποψίες της βεβηλωμένης αρσενικής φύσης μου, ψιθύρισε στο αυτί μου να μην ανησυχώ και ότι έχει κάτι υπόψιν της. Ή θα μου προκαλέσει ατύχημα ή θα με παντρέψει με τη Χρουσή. Ευθύς ανακουφίστηκα από τα εχέγγυα, μα τα θολά μου μάτια αρύσθησαν εικόνες από τα νέα δεδομένα και φριχτά οράματα εμφανίστηκαν μπροστά μου. Τοποθέτησα τον εαυτό μου στο φέρετρο με ανοιχτά μάτια, έπειτα σκλάβο της Χρουσής και καθώς ήταν ανυπόφορες επιλογές με φαντάστηκα με νυφικό φτιαγμένο από πολύτιμα κοσμήματα και ραμμένο από τη μητέρα μου. Αμέσως φοβήθηκα μήπως τα βουβά μου δάκρυα με προδώσουν και η μητέρα μου προβεί σε συνεργασία με τους ευνούχους στην πρώτη της λύση, εξαιτίας του ανόητου ατοπήματός μου.

Η πιθανότητα του θανάτου μου όμως απεδείχθη πταίσμα, μπροστά στο χαιρέκακο γέλιο που μου επιφύλασσε η ειμαρμένη. Καθώς διαβαίναμε τους πολυτελείς διαδρόμους και συνοδευόμενοι από την καινούρια βάρδια ευνούχων, παρατήρησα ότι οι γυναίκες του χαρεμιού, καθ’ όλη τη διάρκεια της εσωτερικής πορείας μέχρι την κάμαρα της νύφης, κοιτούσαν με ζηλοφθονία την ήβη μου, φοβούμενες τις εξελικτικές μου χάρες. Πού να ξέρατε βραδύνοες γυναίκες το εσωτερικό δράμα μου!

Λίγα λεπτά αργότερα, αφότου η μητέρα μου είχε ήδη αρχίσει να παίρνει τα μέτρα της σκλάβας για να ξεκινήσει τη ραφή του φορέματος, μπήκαν στην κάμαρα οι αδυσώπητοι αρσενικοί σκλάβοι να με μαζέψουν για να μετρήσουν οι ειδικοί τα δικά μου ανατομικά, ώστε να με εντάξουν στη συγκεκριμένη κατηγορία. Έτρεμα τόσο για τα, εντός ολίγων λεπτών, αποκαλυπτήρια της γενετικής μου ταυτότητας, όπου το μυαλό μου, έχοντας ανάγκη από μια, έστω μικρή ελπίδα σωτηρίας, ανασκεύασε το γυναικείο χαρέμι σε αρσενικό, τάχα μου ότι μου η μητέρα μου δε μου αποκάλυψε αυτήν την επιλογή. Καθώς λοιπόν στο μυαλό μου σχεδίαζα την απόδρασή μου ως εκπαιδευόμενο γιουσουφάκι, η όψη ενός κοριτσιού που εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά μας, βγαίνοντας από την κάμαρα της μητρός της, άλλαξε άρδην τα σχέδιά μου.

    «Πού την πάτε και τη σέρνετε έτσι; Δε γνωρίζετε ότι είναι φιλοξενούμενη της μητέρας μου; Έτσι και την ξαναπλησιάσετε δε θα γλυτώσετε από τα χέρια μου. Δρόμο».

Δε θα ξεχάσω ποτέ εκείνη τη μελωδία των στίχων της καθώς με γλίτωνε από του χάρου τα δόντια και τις παραπλήσιες εκδοχές του. Σαν φύλακας άγγελος με έσωσε, σαν δαιμονισμένη ψυχή άντρα με τα αθώα μάτια ενός παιδιού, την ερωτεύτηκα. Ερωτεύτηκα τα καλοχτενισμένα μαλλιά της, τα ροδοκόκκινα μάγουλά της, το ακόρεστο βλέμμα της.

   «Είσαι η Γεωργία σωστά; Έμαθα για σένα και σε έψαχνα. Παρακάλεσα τη μητέρα μου, υποσχόμενη περισσότερη αγάπη, να μου κάνει το χατίρι και να σιωπήσει για ότι δει και ακούσει. Πάμε να σε κρύψω στο κρησφύγετό μου και να σε ντύσω με φορέματα που αρμόζουν στην ομορφιά σου, έως ότου η μητέρα σου τελειώσει με τα ραφτικά της καθήκοντα και επιστρέψετε στο σπίτι σας».

   «Ναι, Γεωργία».

   Ήταν το μόνο που κατάφερα να ξεστομίσω. Μπήκαμε στο κρησφύγετο και προς έκπληξή μου, αντί να δω πράγματα κοριτσίστικα, αντίκρυσα έναν χώρο που έζεχνε από γιαταγάνια, τόξα, σπάθες, πολεμικά αξεσουάρ και αντρικές ενδυμασίες. Αισθάνθηκα τα άνω χείλη μου να απέχουν κατά πολύ από τα κάτω και αναρωτήθηκα αν ο άγγελός μου ήταν πολεμοχαρής ή αν έκρυβε κάποιο σκοτεινό μυστικό. Δεν τολμούσα όμως να ρωτήσω, καθώς από την ώρα που την είδα, ότι έβγαινε από το στόμα μου δεν έμοιαζε με πρόταση, αλλά με φθόγγο ή ηχολαλία.

   «Μη σκιάζεσαι, εδώ δε θα μας βρει κανείς και μήτε θα με ψάξουνε. Ο πατέρας μου δε θέλει να με βλέπει. Καλώς πράττω κι εγώ και βουτάω κάτω από τη μύτη του τα πολεμοφόδια. Δεν ξέρεις ποτέ πού θα σου χρειαστούν…»

   «Και γιατί ο πατέρας σου δε σε θέλει;»

   «Γιατί είμαι κορίτσι».

   «Εγώ αν ήμουν πατέρας σου θα ήμουν πολύ περήφανος για σένα».

   «Κι εγώ αν ήμουν δικός σου θα σε έκρυβα πιο σωστά. Κρίμα να καταλήξεις σκλάβα. Μου ήρθε μια ιδέα που δεν ξέρω αν θα σου αρέσει. Να ντυθούμε με του πατέρα μου τις πολεμικές φορεσιές και να ξεκινήσουμε μεταξύ μας πόλεμο. Στα ψέματα φυσικά. Τι λες;»

   Πολύ παράξενο αυτό που μου ζητούσε. Σαν αγόρι δεν είχα αντικρύσει ποτέ μου όπλο και τώρα ένα κορίτσι θα μου μάθαινε πώς να πολεμώ. Τι ντροπή που θα νιώθαμε όταν κάποια στιγμή θα της αποκάλυπτα την αλήθεια. Έχοντας λοιπόν στο μυαλό μου σε λίγα χρόνια να της πω πόσο την αγαπώ και να τη ζητήσω σε γάμο, η ιδέα της Χρουσής, ως μέλλουσα γυναίκα μου είχε εξαφανιστεί ως προοπτική. Αποφάσισα να μην παρουσιάσω τον εαυτό μου ως ανίδεο και να συμμετέχω με αρκετή ευχαρίστηση στο παιχνίδι πολέμου που μου πρότεινε ο φύλακας άγγελός μου. Και αρχίσαμε έτσι, να διασκεδάζουμε και όλο και να ανταλλάσσουμε όπλα, όλο και να αλλάζουμε στρατηγικές και να δοκιμάζουμε αντρικές φορεσιές και να χαιρόμαστε και οι δύο, μα περισσότερο, η αρρενωπή ψυχή μου που εξαιτίας  του παιδομαζώματος είχε λησμονήσει την αφεντιά της. Όχι ότι την είχα γνωρίσει και ποτέ αλλά ένα αλλόκοτο βουητό γυρόφερνε συνέχεια την ύπαρξή μου. 

Οι μέρες περνούσαν, πρωτόγνωρα για μένα απολαυστικές, κρυμμένος στο κρησφύγετο με τον φύλακα άγγελό μου, να αφήνουμε κατά μέρος τις κούκλες και να παραδίδουμε τους εαυτούς μας, για πρώτη φορά, σε μη θηλυκές δραστηριότητες. Το νυφικό όμως ήταν έτοιμο και η αναχώρησή μου έπρεπε να γίνει άμεσα και επιτακτικά.

   «Να προσπαθήσεις να είσαι απαρατήρητη μέχρι να περάσεις την αυλόπορτα και εγώ όταν μπορέσω θα έρθω να σε βρω».

   «Θα σε περιμένω. Μη με ξεχάσεις».

   «Ποτέ».

   Όταν γυρίσαμε στο χωριό και ενημερώθηκε ο πατέρας μου τα μαντάτα, έκοψε τα μαλλιά μου, έβαλε στο αρρενωπό σώμα μου τα σχετικά ρούχα και με πάντρεψε με τη Χρουσή. Ήταν ανώφελο να περιμένω πλέον να τηρήσει την υπόσχεσή της και να έρθει, εφόσον σύζυγος πια, ήταν αδύνατο να αθετήσω το λόγο μου και να προσβάλλω το στεφάνι μου. Όμως η ψυχή μου συνέχεια τη ζητούσε. Οι μέρες στους μπέηδες ήταν οι πιο ευτυχισμένες και ελεύθερες μέρες της θηλυκής ζωής μου. Ως άντρας πια, η καρδιά μου καρποφορούσε σε κάθε δυνητικό μου ταξίδι καθώς ο προορισμός μου ήταν πάντα εκείνη. Δεν ήταν όμως τα σκαριφήματα της δικαιολογίας που προφασιζόταν η Χρουσή για να εμποδίσει την εκκίνησή μου, αλλά ο φόβος μην τυχόν έρθει και δε με βρει εκείνη. Πέρασαν δεκαετίες και μαζί με το σώμα γερνούσε και ελπίδα για έναν τελευταίο ενήλικο πια πόλεμο.

   Ω ψυχή μου! Τα σκέφτομαι όλα αυτά από την ώρα που αποχωριστήκαμε και δε μετάνιωσα ούτε στιγμή που δεν σου αφηγήθηκα τη θλιβερή ιστορία μου. Προτιμώ την ιδέα ενός  παππού της ευτοπίας, έναν ανέκαθεν φαντασίας κοσμοπολίτη.

Κάποια μέρα του Απρίλη που έκανα τη χαμαλοδουλειά της Χρουσής και πότιζα τις ζέρμπερες πριν αναχωρήσω για την Μπαήρα, ένας, θαρρούσα, Ρώσος συνομήλικος  εμφανίζεται στην αυλή μου.

   «Γεια σου αδερφέ! Γυρεύω τη Γεωργία. Γνωρίζεις να μου πεις πού θα τη βρω; Μήπως έχετε κάποια εξ αίματος συγγένεια; Αμφιβάλλω αν είσαι άντρας της καθώς το βλέμμα σου νεφελοβατεί όπως κι εκείνης».

   «Ο αδερφός της ήμουν, μα η Γεωργία πέθανε εδώ και χρόνια. Ποιος είσαι εσύ που τη γυρεύεις; Έλα να περπατήσουμε ως τη Μπαήρα και να μου εξιστορήσεις τα καθέκαστα να γαληνέψει η ψυχή σου. Τα βάσανά σου έχουν αποτυπωθεί στο δέρμα σου».

   «Πώς; Έσβησε εκείνος ο άγγελος πριν την ανταμώσω; Μοσκώβ – Σελήμ με φωνάζουν, μα δε θα με έχεις ακουστά. Εκείνη ούτε το όνομα μου το αληθινό γνώριζε ούτε κάποιο ψεύτικο της είχα πει. Όσο έλειπα στον πόλεμο, οι χριστιανοί έκαψαν ψυχές και υπάρχοντα. Σαν χαθήκανε τα παιδιά μου με τη γυναίκα, το μόνο που μου έμελλε ήταν να εκπληρώσω την υπόσχεση που είχα δώσει τότε. Μια υπόσχεση που της έλαχαν πάμπολλες κακουχίες μέχρι να φτάσει εδώ και να ακούσει τα δυσάρεστα από το στόμα σου».

   «Δε σε γνωρίζω Μοσκώβ – Σελήμ, μα πες μου την ιστορία σου και ίσως θυμηθώ κάτι από τα περασμένα που μπορεί να σε βοηθήσει».

   Όσο ανεβαίναμε τον ανήφορο προς την Μπαήρα, ο Σελήμ μου αφηγούνταν όλα τα δεινά που πέρασε και την προδοσία που υπέστη από τους ομοεθνούς του κατά τη διάρκεια των πολέμων και από τα συμφραζόμενά του υπέθεσα ότι κάποια σχέση αίματος τον συνδέει με το κορίτσι που αγάπησα αφού είχαν την ίδια καταγωγή, φυλετική και κοινωνική. Η καρδιά μου άρχισε να τρέχει πιο γρήγορα από τα πόδια μου και η ψυχή μου θαρρείς πως είχε φτάσει ήδη στο λόφο και μας κουνούσε το χέρι να επιταχύνουμε. Έτοιμος ήμουν να σταματήσω την ευφράδειά του και να τον παρακαλέσω να μπει κατευθείαν στο προκείμενο και να μου περιγράψει ποιος άγγελος τον έφερε στις ζέρμπερες και μοσχομύρισε όλος ο κήπος με το αιώνιο άρωμά της. Μα δε ρώτησα. Από τη μια έβλεπα μια απελπισμένη ανάγκη του Σελήμ, πρώτα να απολογηθεί για τους λόγους καθυστέρησης μιας υπόσχεσης που δε γνώριζα την ύπαρξη της πέρα από την υπόσχεση του αγγέλου μου και από την άλλη έτρεμα μήπως εκείνος ο επίγειος άγγελος έγινε του ουρανού και στάλθηκε ο Σελήμ να μου ανακοινώσει τις ειδήσεις όπως πρόταξε η κρυφή της επιθυμία.

   Ω ψυχή μου! Στο ίδιο χορτάρι που έμαθες την αλήθεια του παππού σου σήμερα, στο ίδιο χορτάρι κάθισα με τον Σελήμ πριν σαράντα περίπου χρόνια όταν ξεκίνησε να εκμυστηρεύεται τα ασύλληπτα.

   «Ένα πράγμα μόνο δε σου είπα και που άφησα για το τέλος. Ένα πράγμα που το στόμα μου ποτέ δεν έχει ξεστομίσει. Όταν έφυγα για τον πόλεμο, ένας πόνος αβάσταχτος γέμισε τα στήθη μου που άφησα μονάχη την έρμη τη μητέρα μου, μα περισσότερο αβάσταχτος ήταν ο πόνος μήπως δεν ανταμώσω ποτέ ξανά τη Γεωργία. Βλέπεις αδερφέ μου, δώδεκα χρονών ήμουν όταν έφτασε στα μέρη μου με τη μητέρα σας. Την έσωσα από σκλάβα του χαρεμιού κι εκείνη αγάπησε την κοριτσίστικη όψη μου από ευγνωμοσύνη, καθώς τα μάτια της μου το είχαν ομολογήσει. Γιατί εγώ τότε αδερφέ μου ήμουν κορίτσι. Και με τι κουράγιο να ομολογήσω κι εγώ με τη σειρά μου ότι η μητέρα μου με έντυνε κόρη, με χτένιζε και με έβαφε για τα δικά της γούστα; Την αγάπησα και είχα σκοπό όταν γυρίσω από τον πόλεμο κι έχω γίνει πια άντρας να έρθω να τη βρω και να ης πω την αλήθεια. Τώρα δεν μου απέμεινε μήτε οικογένεια, μήτε σπίτι, μήτε η Γεωργία παρά μόνο οι Ρώσσοι και οι σκιαμαχίες μου. Μα πες μου… πώς συνέβη αυτό το κακό και χάθηκε;»

   «Έτσι ξαφνικά».

Ήταν το μόνο που κατάφερα να ξεστομίσω.

   Ω ψυχή μου πράξε επιτέλους τη σχάση σου. Μόνος ο θάνατος είναι πανάκεια που θα λυτρώσει τη ντροπή της κίβδηλης ζωής μου. Γίναμε μάρτυρες της ανθρώπινης θηριωδίας και στα απομεινάρια της φτάνεις να λαχταράς άλλους κόσμους, ονειρικούς, όπου θα χορεύουνε τα πνεύματα με αγγέλους που έχουν τη μορφή της, με μακριά μαλλιά και ροδοκόκκινα μάγουλα. Που δε θα σου μαρτυρήσουν ποτέ ποιες είναι παρά μόνο να χορεύεις μαζί τους μέσα στα σύννεφα. Εκεί που ενώνεται η γη με τον ουρανό.

   Ω ψυχή μου πάψε να με βαυκαλίζεις και βγες από το σώμα μου. Ανυπομονώ να χορέψω μαζί της.

Και με ένα παγωμένο μειδίαμα, δυο παιδικές ψυχές χορεύανε στον αχό του αιώνιου χρόνου. 

 

Σ.Γ.

Πηγές :

Βιζυηνός Γεώργιος, «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον», Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Αθήνα, 2018 http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=307&author_id=74

Βιζυηνός Γεώργιος, «Μοσκώβ – Σελήμ», Passion Theater, Αθήνα, 2018 https://www.google.com/url?sa=trct=jq=esrc=ssource=webcd=10cad=rjauact=8ved=0ahUKEwjyp4Kr8bfbAhWEaFAKHY93DzUQFgiLATAJ&url=http%3A%2F%2Fpassiontheater.gr%2Fwordpress%2Fwp-content%2Fuploads%2F2016%2F11%2F-----------------------.pdfusg=AOvVaw1ihPMuB2mb7qCBj8vHjDGA

Επικοινωνήστε μαζί μας!

info@envivlio.com

mob : 6944018135

  • Instagram
  • Black Facebook Icon
  • Black Twitter Icon