Σ’ ευχαριστώ

   Εκείνο το πρωινό του Σαββάτου ήταν αλλιώτικο από τα άλλα. Το κρύο ήταν τόσο τσουχτερό που με δυσκολία κατάφερνα να περπατήσω.  Μόνη παρηγοριά, οι βιτρίνες των καταστημάτων στα Εξάρχεια  που ήταν ντυμένες στα γιορτινά τους, καταφέρνοντας  τουλάχιστον να σπάσουν την πάντα μουντή ατμόσφαιρα της Αθήνας. Κοίταξα αστραπιαία το ρολόι μου. Οι δείχτες έδειχναν δέκα και μισή. Η αγωνία που είχα για εκείνη την συνέντευξη στην εταιρεία που τόσο λαχταρούσα να εργαστώ, μ έκανε να φτάσω μια ώρα νωρίτερα. Για μια στιγμή μου πέρασε από το μυαλό να χτυπήσω το κουδούνι και να ανέβω, αλλά δίστασα. Θα σε περάσουν για ανυπόμονη σκέφτηκα, άστο καλύτερα. Έβγαλα το κινητό από τη τσέπη του μπουφάν μου, χαζεύοντας άσκοπα την αρχική μου σελίδα στο facebook. Σπουδαίο κόλπο για να κρύψεις την αμηχανία της αναμονής.
«Άραγε θα τη βγάλω την ανηφόρα»; ακούστηκε μια φωνή πίσω μου.
Σήκωσα το βλέμμα μου και γύρισα να δω αν η φωνή που ακούστηκε απευθυνόταν σε μένα. Ένας άνδρας γύρω στα ογδόντα, με μια ευγενική όψη και ένα γλυκό χαμόγελο στεκόταν από πίσω μου.
«Σε μένα μιλάτε»; ρώτησα κάπως διστακτικά.
«Ναι κορίτσι μου σε σένα μιλάω»,  απάντησε χαμογελώντας ακόμη περισσότερο τώρα. «Θα τη βγάλω την ανηφόρα τι λες»;
Ξάφνου, ένα χαμόγελο είχε σχηματιστεί και στα δικά μου χείλη.
«Θα τη βγάλετε», είπα με απόλυτη σιγουριά.
«Για να το λες εσύ, κάτι θα ξέρεις» απάντησε με τη ζεστή φωνή του.                                

Έπειτα, ξεκίνησε δειλά-δειλά να περπατάει, κι εγώ συνέχισα να ασχολούμαι με το κινητό μου.                                                                                                       

«Ξανθούλα» γύρισε ξαφνικά και μου φώναξε. «Μη χαλάς τα μάτια σου  μ’ αυτό το πράγμα. Μην τα ταλαιπωρείς. Φύλαγε τα για να βλέπεις όσα θα σε κάνουν ευτυχισμένη».
Λέξη δεν κατάφερε να βγει από τα χείλη μου μόνο έγνεψα το κεφάλι μου καταφατικά.
«Να σου πω τώρα και μια αλήθεια»; συνέχισε πάλι με αυτή τη γλυκιά φωνή του.  

«Ναι», κατάφερα εγώ να ψελλίσω.
«Αυτήν την ανηφόρα την ανεβαίνω δέκα φορές τη μέρα. Και πάντα την καταφέρνω. Ήθελα μόνο να δω αν θα μου απαντήσεις. Γιατί δεν μιλάμε πια οι άνθρωποι παιδί μου. Φοβόμαστε. Ούτε ακούμε. Δεν θέλουμε να ακούσουμε.Και μόνο κοιτάζουμε, δεν βλέπουμε. Χαθήκαμε πια,  αποξενωθήκαμε. Καλή χρόνια να έχεις! να προσεχείς κι εσένα και τους γύρω σου. Γιατί είμαστε πολλοί».
Έμεινα να τον κοιτάζω καθώς έφευγε, χωρίς φυσικά να καταφέρω να πω κάτι.

Όπου κι αν είσαι καλέ μου άνθρωπε, καλή χρονιά να έχεις! Σ’ ευχαριστώ για όσα μου έιπες! Σ’ ευχαριστώ που μου θύμισες γιατί λέγομαι άνθρωπος!

Βούλα Σταμπέλου

Η Βούλα Σταμπέλου γεννήθηκε το 1991 στη Νέα Μάκρη Αττικής, όπου ζει μέχρι και σήμερα. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Διεθνείς Σχέσεις στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και έκανε το Μεταπτυχιακό της στη Διοίκηση Ανθρωπίνων Πόρων στο Πανεπιστήμιο Πειραιά. Ασχολείται με το ερασιτεχνικό θέατρο έχοντας συμμετάσχει σε πολλές παραστάσεις, τη συγγραφή παιδικών θεατρικών έργων καθώς και με τη χοροδιδασκαλία σε παιδιά. Το «Για ένα Τανγκό» είναι η πρώτη της συγγραφική απόπειρα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οσελότος.