Άννα Βασιάδη

BA in English Language and Literature

MSc in Creative Writing

Τι είναι το βιβλίο;

  Οι στατιστικές έρευνες έχουν μεγάλο ενδιαφέρον όχι μόνο γιατί μπορούν να εντοπίσουν τον «παλμό» του κάθε αντικείμενου αλλά γιατί δίνουν τροφή για περαιτέρω προβληματισμό.

   Έκανα την ερώτηση «τι είναι το βιβλίο;» σε 20 ανθρώπους, διαφορετικής ηλικίας και μορφωτικού επιπέδου. Στόχος μου ήταν να σχηματίσω μια σφαιρική εικόνα ως προς το «βιβλίο». Οι απαντήσεις ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες και αξίζει να αναφερθώ σε μερικές απ’ αυτές. Παιδιά μικρής ηλικίας, μέχρι έξι ετών έδωσαν περιγραφικές απαντήσεις, όπως: «χάρτινες σελίδες ενωμένες» ή «χάρτινα τουβλάκια». Οι έφηβοι είχαν αντιθετικές απόψεις˙ για παράδειγμα κάποιοι είπαν: «βιβλίο είναι ό,τι θα καταστρέψω μετά το τέλος της σχολικής χρονιάς» ενώ άλλοι το χαρακτήρισαν ως «το αγαπημένο τους αντικείμενο». Οι ενήλικες προσπάθησαν να μείνουν συνεπείς σε πιο κλισέ εκφράσεις τύπου: «το βιβλίο είναι πηγή γνώσης» ή «το μέσο να ταξιδεύεις» καθώς επίσης το ονομάτισαν «συντροφιά», «ανεκτίμητο δώρο» κ.α.

   Σημασία όμως δεν έχουν αυτές καθαυτές οι απαντήσεις αλλά η συνειδητοποίηση ότι η προοπτική μας επηρεάζεται άμεσα απ’ τη σχέση μας με το αντικείμενο. Συνεπώς, η γνώμη και σχέση μας με το βιβλίο εξαρτάται από την επαφή που μέχρι τώρα είχαμε μαζί του. Όπως όλες οι σχέσεις, έτσι κι αυτή, παιδιόθεν χτίζεται όταν αποκοιμισμένος σου αφήνει η μητέρα σου το παραμύθι δίπλα απ’ το προσκεφάλι σου, όταν αργότερα διαλέγετε μαζί τα δώρα των Χριστουγέννων στο βιβλιοπωλείο της γειτονίας ή ακόμη, όταν προσπαθείς να ξετρυπώσεις τα μυστικά του πατέρα σου ξεφυλλίζοντας τα δικά του βιβλία στο πιο ψηλό ράφι.

   Αργότερα, τα σχολικά εγχειρίδια θα παίξουν ένα καθοριστικό ρόλο στην εκτίμηση που θα αποκομίσουμε για το έντυπο μαθησιακό υλικό. Δεν είναι παράδοξο το ότι οι έφηβοι έχουν την τάση να κακοποιούν τα βιβλία τους καθώς τα έχουν ταυτίσει με την καταναγκαστική εργασία. Τους δημιουργείται μια αποστροφή τελικά και προς το ίδιο το αντικείμενο και καταλήγουν σε φράσεις: «να μην ξανανοίξω βιβλίο» ή «επιτέλους, να κλείσω τα βιβλία». Αυτή τους η στάση ενίοτε αλλάζει με το πέρασμα των ετών αλλά δεν παύει να είναι άξια προβληματισμού. Οι εκπαιδευτικοί, οι υπεύθυνοι στα θέματα Παιδείας και οι συγγραφείς ίσως θα έπρεπε να σκύψουν το κεφάλι πάνω στην προδιάθεση των μαθητών  απέναντι στο βιβλίο, διότι τα αποτελέσματα επίσημων στατιστικών ερευνών -όπως αυτή της Eurostat- [η έρευνα αναζητά ποιο είναι το ποσοστό των ανθρώπων που έχουν διαβάσει τουλάχιστον ένα βιβλίο τον περασμένο χρόνο και εκείνων οι οποίοι έχουν διαβάσει δέκα ή περισσότερα βιβλία  το ίδιο χρονικό διάστημα. Οι πίνακες δείχνουν ότι στην Ελλάδα το ποσοστό των ανθρώπων που διάβασαν πάνω από δέκα βιβλία τον χρόνο (ηλικίες 25-64) ήταν 7,8%]  καταδεικνύουν ότι οι Έλληνες έχουν μικρή σχέση με το βιβλίο. Η διαδρομή από τη παιδική ηλικία, την εφηβεία  και αργότερα την ενήλικη ζωή φαίνεται να μοιάζει με συγκοινωνούντα δοχεία όσο αφορά στο διάβασμα.
  Σαφέστατα, κι άλλοι παράγοντες συν-επηρεάζουν στη διαμόρφωση της σημερινής εν λόγω κατάστασης. Η «δύναμη» του διαδικτύου, της έκθεσης και προβολής πολλών ερεθισμάτων, με την ταχύτητα και την τεράστια τράπεζα εφαρμογών στον μαγικό ψηφιακό κόσμο αφήνουν το βιβλίο τελευταία επιλογή. Επίσης, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (Facebook, twitter, Instagram κ.α.)  έχουν προκαλέσει μια νέα μορφή κοινωνικοποίησης των ανθρώπων  τέτοια που, απορροφά κάτι παραπάνω απ’ τον ελεύθερο χρόνο των χρηστών. Οι ταχείς ρυθμοί εργασίας και μετακίνησης επίσης, δεν επιτρέπουν στον σύγχρονο άνθρωπο να βρει χρόνο για τον εαυτό του και κατά συνέπεια να διαβάσει για αναψυχή.  

   Η σχέση μας με το βιβλίο σαν αντικείμενο αλλά και το νοηματικό του φορτίο δεν μπορεί παρά να είναι μια σχέση αλληλένδετη. Η ιδιοσυγκρασία μας, ο τρόπος ζωής, οι εμπειρίες και οι προσωπικές μας ανάγκες θα καθορίσουν τη θέση που θα έχει στην ζωή μας.

Α.Β.