ΤΟ ΔΩΡΟ

 

 

      Από το πρωί ήταν τοποθετημένο το δώρο στο μικρό τραπεζάκι του σαλονιού και δεν έλεγε να το μετακινήσει. Ούτε καν το πλησίαζε, ούτε ήθελε να διανοηθεί να το ξαναγγίξει. Με το κινητό του τηλέφωνο συνεχώς στα χέρια, πηγαινοερχόταν στο δωμάτιο και η αγωνία ήταν εμφανής στο πρόσωπο του. Προσπάθησε για ακόμη μία φορά να τηλεφωνήσει στον αριθμό που είχε καλέσει πάνω από 50 φορές εκείνη την ημέρα. Και αυτή τη φορά το ίδιο αποτέλεσμα είχε. Στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής δεν ακούστηκε η φωνή που τόσο λαχταρούσε να ακούσει. Μόνο ο ήχος που αποδείκνυε ότι ήταν κλειστή η τηλεφωνική συσκευή, ξανά ήρθε στο αριστερό του αυτί.

      Σωριάστηκε στην πολυθρόνα που είχε δίπλα του. Τα μάτια του στράφηκαν προς το χριστουγεννιάτικο δέντρο που βρισκόταν στη γωνία του δωματίου. Στη μνήμη του ήρθε η μέρα που το στόλισαν. Ήταν και εκείνη εκεί. Χαρούμενη, χαμογελαστή και τραγουδούσε. Του έλεγε ξανά και ξανά ότι τον αγαπάει, πότε ψιθυρίζοντας στο αυτί του και πότε φωνάζοντας. Προγραμμάτιζαν να περάσουν μαζί τις γιορτές σε ένα χιονοδρομικό κέντρο. Αλλά όπως φαίνεται, η μοίρα δεν συμφωνούσε μαζί τους και είχε άλλα σχέδια.

      Τις σκέψεις του τις διέκοψε το κουδούνι. Πετάχτηκε όρθιος λες και τον τσίμπησε κάτι. Έτρεξε προς την πόρτα ευχόμενος να ήταν εκείνη και να υπήρχε μια καλή εξήγηση για τη ξαφνική της εξαφάνιση. Όταν άνοιξε, όμως, και δεν αντίκρισε αυτήν που ήθελε να βρει μπροστά του, δεν άντεξε και από τα μάτια του ξέφυγαν κάποια δάκρυα.

      Η αδερφή του η Μαργαρίτα, μπήκε μέσα και έκλεισε την πόρτα. Τον κοιτούσε επίμονα και απορημένα και όταν είδε τα δάκρυα του, ταράχτηκε και τον πλησίασε για να τον ρωτήσει τι συμβαίνει.

      «Για να με βλέπεις στο σπίτι, σημαίνει δεν έφυγα για το χιονοδρομικό κέντρο.» της απάντησε εκείνος σκουπίζοντας τα μάτια του.

      «Ναι, αλλά δεν μου απαντάς σε αυτό που σε ρώτησα. Τι συμβαίνει Φίλιππε; Διότι δεν είσαι μικρό παιδί και θα κλαίς επειδή δεν πήγες στα χιόνια. Κάτι άλλο έγινε... Περιμένω! Σε άκουω!» είπε εκείνη και σταύρωσε τα χέρια της μπροστά στο στήθος της.

      Ο μελαχρινός άντρας γύρισε και κοίταξε το δώρο που βρισκόταν πάνω στο τραπεζάκι.. Η αδερφή του ακολούθησε το βλέμμα του και το είδε και αυτή. Ήξερε τι ήταν και για ποια προοριζόταν. Αμέσως κατάλαβε...

      «Τι έγινε με τη Φανούλα; Για να βρίσκεται εδώ το δώρο της, αλλά και εσύ μακριά από εκεί που είχατε προγραμματίσει να πάτε, σημαίνει ότι κάτι συμβαίνει.»

      Όταν τον είδε να κλείνει τα μάτια του, τρόμαξε. Έβαλε το χέρι της στον ώμο του, τον ταρακούνησε και τον ρώτησε για δεύτερη φορά τι συμβαίνει με την κοπέλα.

      Ο Φίλιππος με αργά βήματα απομακρύνθηκε από δίπλα της και κάθισε στο διθέσιο καναπέ που βρισκόταν πίσω τους. Με το πρόσωπο του κλεισμένο στις μεγάλες του παλάμες, δύο λέξεις κατάφερε να ξεστομίσει: «Είναι άφαντη!»

      Η Μαργαρίτα χρειάστηκε λίγα δευτερόλεπτα για να επεξεργαστεί στο μυαλό της αυτό που μόλις άκουσε. «Η Φανούλα, άφαντη! Πολλά μπορεί να σημαίνει αυτό...» σκέφτηκε. Κάθησε δίπλα του και τον έβλεπε που ήταν ακόμη σκυφτός και κρατούσε το κεφάλι του. Ήθελε να τον αγγίξει συμπονετικά στο χέρι, αλλά το άφησε για αργότερα.

      «Πες μου Φίλιππε μου... Τι εννοείς με αυτό που μόλις άκουσα; τι εννοείς με το "άφαντη" και από πότε ισχύει αυτό;» τον ρώτησε γνωρίζοντας ότι θα τον πονούσε, αλλά δε γινόταν να μην ενδιαφερθεί και να κάνει οτιδήποτε περνούσε από το χέρι της.

      Εκείνος ξεφύσηξε και έγειρε προς τα πίσω. Τα μάτια του ήταν κλειστά. «Πήγα το πρωί στο σπίτι της για να πάμε μαζί στο χιονοδρομικό κέντρο. Δεν τη βρήκα όμως. Αλλά είχα φτάσει πιο νωρίς από την ώρα που είχαμε πει, κι έτσι πίστευα ότι κάπου θα είχε πάει και ότι θα επέστρεφε. Την περίμενα πάνω από δύο ώρες και δεν είχε φανεί. Της τηλεφώνησα και το κινητό της ήταν κλειστό. Περίμενα μερικά λεπτά και ξαναδοκίμασα, αλλά είχα τα ίδια αποτελέσματα. Μετά άρχισα να της στέλνω μηνύματα. Ούτε από αυτά πήρα απάντηση ποτέ.»

      Σταμάτησε να πάρει ανάσα αλλά πριν προλάβει να συνεχίσει, από το κινητό του ακούστηκε ο ήχος ότι είχε λάβει μήνυμα. Ανακάθησαν και οι δύο και ο Φίλιππος το κοίταξε χωρίς να χάσει ούτε δευτερόλεπτο.

      «Είναι από εκείνη!» φώναξε και άρχισε να το διαβάζει. Η χαρά, όμως, που φώτισε το πρόσωπο του στην αρχή, έσβησε αμέσως... Η αδερφή του παρακολουθούσε σιωπηλή και περίμενε πρώτα εκείνον να μιλήσει. Η καρδιά της σφίχτηκε όταν είδε τις αντιδράσεις του. Το ένστικτο της, δεν της έστελνε θετικά «μηνύματα».

      «Δεν είναι...», ψέλλισε αυτός, «Δεν είναι από εκείνη. Αποκλείεται να είναι από εκείνη...» είπε με πιο δυνατή φωνή τώρα και τα μάτια του να συνεχίζουν να παρατηρούν το μήνυμα.

      «Τι εννοείς; Δεν είναι από τον αριθμό της; Από ποιόν είναι; Ποιος το έστειλε; Τί λέει;» τον βομβάρδισε με ερωτήσεις, κάνοντας τον να σηκωθεί από τη θέση του. Με μια κίνηση του χεριού του, θέλησε να της δείξει ότι δεν μπορούσε να ανταποκριθεί εκείνη τη στιγμή.

      Τον είδε να βγαίνει από το σαλόνι, άλλα εκείνη παρέμεινε στη θέση της. Ένιωσε κάτι να αλλάζει μέσα της. Η αρχική ανησυχία που ένιωθε για την εξαφανισμένη κοπέλα του αδερφού της, τώρα μετατρεπόταν σε θυμό. Ναι, άρχισε να θυμώνει διότι έβλεπε τον αδερφό της να πονάει, να γίνεται ράκος για αυτήν την κοπέλα, αφού αλλιώς φανταζόταν τη συγκεκριμένη μέρα μαζί της. Ξανακοίταξε το δώρο στο τραπεζάκι και δάγκωσε το κάτω χείλος της. «Πόσο εύκολα η ευτυχία μπορεί να μετατραπεί σε δυστυχία...» σκέφτηκε.

      Ο Φίλιππος μπήκε στο υπνοδωμάτιο του και έκλεισε την πόρτα. Όχι γιατί δεν ήθελε κοντά του την αδερφή του, αλλά εκείνη ακριβώς τη στιγμή χρειαζόταν να σκεφτεί. Να καταλάβει, μα κυρίως να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς έλεγε το μήνυμα που μόλις πριν μερικά λεπτά είχε διαβάσει. Ήταν από το νούμερο του κινητού της αγάπη της ζωής του, και του ζητούσε να τη ξεχάσει και να μην τη ψάξει ποτέ. «Δεν μπορεί να είναι αυτή...» ψιθύριζε ξανά και ξανά. «Με αγαπάει και δεν θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο. Κάτι άλλο συμβαίνει.» Εξάλλου είχε ξεκάθαρη απόδειξη μπροστά του. Το μήνυμα μιλούσε από μόνο του. Ευθύς βγήκε από το δωμάτιο και έτρεξε προς την Μαργαρίτα την αδερφή του. Τη βρήκε όπως την είχε αφήσει και το βλέμμα της, του έδειχνε ότι ανησυχούσε.

      «Σήκω, φύγαμε. Θα πάμε στην αστυνομία. Κάτι συμβαίνει. Κάτι θα συνέβη της ίδιας. Το μήνυμα είναι ύποπτο.» της είπε με μια ανάσα.

      «Περίμενε Φίλιππε, μην κάνεις βιαστικές κινήσεις. Το μήνυμα, τί ακριβώς έλεγε;» τον ρώτησε η αδερφή του που υποψιάστηκε ότι εκείνος κυριευμένος από τα αισθημάτα του δεν θα μπορούσε να σκεφτεί λογικά.

      «Δεν έχει σημασία τί λέει το μήνυμα. Σημασία έχει ότι αποκλείεται να το έστειλε η ίδια. Όχι μόνο γιατί σίγουρα δεν θα μπορούσε να μου πει αυτά τα λόγια, αλλά κυρίως για το ότι ο τρόπος που είναι γραμμένο αυτό το μήνυμα, αποδεικνύει ότι προέρχεται από άλλα χέρια. Ορίστε, δες το και από μόνη σου.» της είπε και της έδωσε το κινητό του για να το διαβάσει.

      Η Μαργαρίτα στην προσπάθεια της να δει τι έγραφε το περιβόητο μήνυμα, έκανε μια γκριμάτσα. «Πες μου εσύ τι λέει, διότι δεν μπορώ να διαβάσω ελληνικά με αγγλικούς χαρακτήρες. Έχω ένα θεματάκι με τα greeklish...»

      «Το ίδιο θεματάκι που έχει και η Φανούλα. Είναι φιλόλογος, ποτέ δεν συμπάθησε, ούτε κατάλαβε τη συνήθεια που έχουν κάποιοι να γράφουν ελληνικές λέξεις με το αγγλικό πληκτρολόγιο...» αποκρίθηκε ο Φίλιππος με βλέμμα προβληματισμένο.

      Το ύφος της Μαργαρίτας άλλαξε. Ένα επιφώνημα της ξέφυγε και στο τέλος είπε: «Καλέ, αν θυμάμαι καλά είναι από τους ιδρυτές του κινήματος κατάργησης των greeklish...»

      «Ακριβώς αδερφούλα! Σωστά θυμάσαι... Άρα πως γίνεται να στέλνει τώρα μήνυμα σε εμένα γραμμένο με τέτοιο τρόπο; Κατάλαβες γιατί λεω ότι πρέπει να πάμε στην αστυνομία;»

                *******************

      Μετά από μερικές ώρες ο Φίλιππος καθόταν μόνος του μπροστά από το τζάκι του σπιτιού του και πίνοντας αργά τη ζεστή του σοκολάτα, έφερνε στη μνήμη του όσα έγιναν στο αστυνομικό τμήμα. Ώσπου τα σκεφτόταν, περισσότερο εκνευριζόταν. Για κακή του τύχη, όπως το θεώρησε ο ίδιος, είχε να κάνει με δύο αδιάφορους αστυνομικούς. «Οκνηρούσαν να κάνουν τη δουλειά τους. Εντάξει, ποιος θέλει να δουλεύει χριστουγεννιάτικα, αλλά δεν δικαιολογείται τέτοια αδιαφορία.» σκεφτόταν συνέχεια και δεν ηρεμούσε. Το καθιερωμένο "πρέπει να περάσουν 48 ώρες και μετά να θεωρηθεί εξαφανισμένο πρόσωπο" τον ενοχλούσε περισσότερο.

      «Ναι, γιατί μπορεί πριν καν περάσουν οι 24 ώρες να εμφανιστεί. Έτυχε αρκετές φορές αυτό.» ήταν τα λόγια της αδερφής του, που του είπε όταν τον αποχαιρέτησε εκείνο το απόγευμα και του ζήτησε να την κρατάει ενήμερη με ο,τι νέο θα είχε. Βυθισμένος στις σκέψεις του, έριξε το βλέμμα του στη φωτιά από το τζάκι. Ξαφνικά είδε τις φλόγες να παίρνουν τη μορφή της Φανούλας του. Για μερικά δευτερόλεπτα είδε να σχηματιζεται το πρόσωπο της και το βρήκε χαμογελαστό. Όπως την τελευταία φορά που την είδε. Καθώς οι φλόγες άλλαζαν σχήματα και το πρόσωπο της αγαπημένης του χανόταν, του φάνηκε ότι ακουσε τη φωνή της. Αναστέναξε όταν συνειδητοποίησε πόσο πολύ επιθυμούσε να ακούσει τη φωνή της και όπως πάντα να του ψιθυρίσει λόγια αγάπης.

      Τα επίμονα χτυπήματα στην εξώπορτα και ο συνεχόμενος ήχος του κουδουνιού τον τρόμαξαν. Με γοργά βήματα πήγε να ανοίξει και με το μυαλό του έκανε διάφορες εικασίες για το ποιος θα μπορούσε να είναι. Όταν είδε τη μητέρα της Φανούλας χλωμή και αναστατωμένη, ταράχτηκε και της ζήτησε να του πει χωρίς δισταγμό αν είχε άσχημα νέα.

      «Μια στιγμή αγόρι μου να καθήσω γιατί δεν μπορώ άλλο από το άγχος μου» του είπε λαχανιασμένη, καθώς κατευθυνόταν προς μια πολυθρόνα. Ο Φίλιππος την ακολούθησε και αφού κάθησε και αυτός, την κοίταξε με αγωνία στα μάτια.

      «Φίλιππε, εγώ ήξερα ότι η κόρη μου θα πήγαινε μαζί σου στο χιονοδρομικό κέντρο. Όταν μου τηλεφώνησες και μου είπες για την εξαφάνιση της και το ύποπτο μήνυμα, έτρεξα στο διαμέρισμα της, εχω κλειδιά και άνοιξα. Όλα τα ρούχα και τα πράγματα της είναι εκεί. Δεν βρήκα κάτι ύποπτο. Αλλά θυμήθηκα κάτι. Με είχε πάρει τηλέφωνο χθες το βράδυ για να μιλήσουμε λίγο και ξαφνικά κόπηκε η γραμμή και έτσι διακόπηκε και η συνομιλία μας.  Αφού περίμενα μερικά λεπτά να με πάρει ξανά πίσω, κάτι που δεν έκανε τελικά, αποφάσισα να την καλέσω εγώ. Πριν προλάβω να το κάνω όμως, ήρθε μήνυμα από εκείνη και μου έλεγε ότι έπρεπε να πάει στο σπίτι της φίλης της, της Αναστασίας και ότι το είχε ξεχάσει προηγουμένως. Μου φάνηκε παράξενο διότι συνήθως δεν ξεχνάει κάτι τέτοια η κόρη μου. Τέλος πάντων, δεν το έψαξα περισσότερο και τελικά δεν της τηλεφώνησα.»

      Ο Φίλιππος που τόση ώρα την άκουγε προσεχτικά, τη διέκοψε. «Όντως είναι παράξενο διότι ούτε σε εμένα ανέφερε κάτι τέτοιο όταν μιλήσαμε χθες. Αλλά μπορούμε να μάθουμε την αλήθεια, από την ίδια την Αναστασία.»

      «Φίλιππε πράγματι το είχε ξεχάσει, για αυτό δεν σου το ανέφερε. Πήρα τηλέφωνο την Αναστασία λίγο πριν έρθω εδώ και μου το επιβεβαίωσε. Επρόκειτο να συναντηθούν. Αλλά...» η εξηνταχρονη γυναίκα σταμάτησε και βούρκωσε. Αμέσως ο Φίλιππος σηκώθηκε και έτρεξε κοντά της. Γονάτισε δίπλα από την πολυθρόνα όπου καθόταν εκείνη και ρώτησε δύο φορές τι συμβαίνει.

      Η γυναίκα με κόπο γύρισε και τον κοίταξε. «Η κόρη μου δεν πήγε τελικά στην Αναστασία.» κατάφερε και είπε ψιθυριστά.

      «Ορίστε;» φώναξε έκπληκτος ο Φίλιππος και σηκώθηκε από δίπλα της. «Δηλαδή είπε η Αναστασία ότι δεν πήγε τελικά η Φανούλα εκεί; Άρα αγνοείται από χθες αλλά εμείς δεν το ξέραμε. Εγώ πίστευα ότι βρισκόταν στο διαμέρισμα της και εσύ νόμιζες ότι ήταν στην Αναστασία.» Ο μελαχρινός άντρας έκλεισε το στόμα του με το χέρι του και πηγαινοερχόταν στο σαλόνι φανερά προβληματισμένος. Κάτι που του ήρθε στο μυαλό, τον έκανε να σταματήσει απότομα.

      «Κυρία Μαρία, δώσε μου το κινητό σου σε παρακαλώ. Θέλω να δω το μήνυμα που σου έστειλε χθες η Φανούλα.» Η γυναίκα τον κοίταξε παραξενεμενη και όταν της υπενθύμισε το ύποπτο μήνυμα που πήρε αυτός, τότε του το έδωσε χωρίς δεύτερη κουβέντα. Ο Φίλιππος μόλις το διάβασε, της ζήτησε να φύγουν μαζί και να πάνε να βρουν την Αναστασία. «Κάτι μου λέει ότι θα έχει κάποιες απαντήσεις στις ερωτήσεις μας.» ήταν η κουβέντα του Φιλίππου καθώς έμπαιναν και οι δύο στο αμάξι του για να φύγουν.

      «Αναστασία σε ακούμε. Τι πιστεύεις εσύ; Ποιός θα είναι άραγε ο λόγος που δεν ήρθε  στο σπίτι σου η Φανούλα;» τη ρώτησε αυστηρά ο Φίλιππος μόλις τους άνοιξε η κοπέλα την πόρτα του σπιτιού της για να περάσουν μέσα.

      Εκείνη αιφνιδιάστηκε και ταράχτηκε από τον τρόπο που της μίλησε ο άντρας. Όσο καιρό γνωρίζει προσωπικά τον Φίλιππο, πρώτη φορά τον έβλεπε να της μιλάει έτσι. Κατάλαβε ότι ήταν αρκετά αναστατωμενος με το θέμα της φίλης της.

      «Κατ'αρχήν χρόνια πολλά, έχουμε Χριστούγεννα.» ήταν το μόνο που κατάφερε να πει εκείνη.

      Τα μάτια του Φιλίππου άνοιξαν διάπλατα και έλαμψαν. «Μας κοροϊδεύεις κοπέλα μου. Δεν συνειδητοποίησες ακόμη τι έγινε; Εκτός και αν ξέρεις εσύ που βρίσκεται η φίλη σου και δεν ανησυχείς.» φώναξε ο Φίλιππος με τόση ένταση που έκανε τη μητέρα της Φανουλας να τον αρπάξει από το μπράτσο και να του ζητήσει να ηρεμήσει.

      «Καλά σου λέει η κυρία Μαρία, Φίλιππε. Ηρέμησε. Εγώ δεν ξέρω τίποτα. Μόνο ότι θα ερχόταν στο σπίτι μου χθες το βράδυ και δεν ήρθε.» πριν προλάβει να πει κάτι άλλο η Αναστασία, μια έκτακτη είδηση έκανε την εμφάνιση της στην αναμμένη τηλεόραση που υπήρχε στο χώρο. Τα βλέμματα και των τριών στράφηκαν προς την οθόνη.

      «Κυρίες και κύριοι διακόπτουμε την κανονική ροή του προγράμματος μας για να σας μεταδώσουμε μία έκτακτη είδηση. Πτώμα νεαρής γυναίκας εντόπισε πριν από λίγη ώρα ζευγάρι τουριστών στο ζωολογικό κήπο της πρωτεύουσας. Η αστυνομία δεν μπορεί να δώσει περισσότερες πληροφορίες μέχρι να εξακριβωθεί η ταυτότητα της άτυχης νεαρής και να ειδοποιηθεί η οικογένεια της. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι ο θάνατος προήλθε από διάφορα τραύματα που υπάρχουν στο σώμα της κοπέλας από αιχμηρό αντικείμενο.»

      Ακούγοντας το αυτό η Αναστασία έβγαλε μια κραυγή. Η κυρία Μαρία ζήτησε από τον Φίλιππο να την κρατησει από το χέρι και να πάνε προς τον καναπέ να καθίσουν. «Έχω άσχημο προαίσθημα Φίλιππε. Βοήθησε με να καθίσω.»

      «Το είπε και το έκανε λοιπόν...» άκουσαν την Αναστασία να λέει και έντρομοι γύρισαν ταυτόχρονα και οι δύο να την κοιτάξουν. Είδαν μπροστά στα μάτια τους την κοπέλα να καταρρέει και με λυγμούς να τους πληροφορεί ότι γύρισε από το εξωτερικό ο πρώην σύντροφος της Φανουλας και ότι επιδίωξε με κάθε τρόπο να την δει. Μετά από τις πολλές αρνήσεις της κοπέλας να συναντηθούν, αυτός ζήτησε τη βοήθεια της Αναστασίας. Αυτός ήταν και ο λόγος της παρολίγον επίσκεψης της προηγούμενης νύχτας. «Αλλά φαίνεται το κατάλαβε και δεν ήρθε ποτέ. Τότε ο πρώην της λυσσαξε και έτρεξε να τη βρει στο σπίτι της.» κατέληξε η Αναστασία.

      «Και τι σε κάνει να πιστεύεις ότι η Φανουλα είναι η δολοφονημένη κοπέλα;» ρώτησε με κομμένη την ανάσα ο Φίλιππος, έχοντας στην αγκαλιά του την κυρία Μαρία να κλαίει.

      «Επειδή σε εμένα είπε εκείνος χθες ότι θέλει να τη σκοτώσει για το λόγο ότι δεν θέλει να είναι με κανέναν άλλον άντρα. Εγώ όμως δεν τον πίστεψα. Δεν τον είχα ικανό. Επίσης έκανα τον συσχετισμό με τον ζωολογικό κήπο γιατί εκεί της ζήτησε ραντεβού προχθές. Αν όμως τελικά όλα αυτά είναι σύμπτωση δεν μπορώ να το ξέρω.» είπε με αναφιλητά η Αναστασία.

      Οι ώρες και κυρίως οι μέρες που ακολούθησαν ήταν πολύ δύσκολες για τον Φίλιππο. Αναπάντητα "γιατί" τριγύριζαν στο μυαλό του. Γιατί γύρισε ο πρώην της; Γιατί η Φανουλα δεν του είχε αποκαλύψει την επιστροφή του; Για ένα ερώτημα πίστευε ότι θα είχε την απάντηση. Για το λογο της δολοφονίας. Ήξερε ότι στη δική ο φονιάς θα τον ομολογούσε. Η δικαιοσύνη έπαιρνε τώρα τη σκυτάλη και προχωρούσε η υπόθεση όπως έπρεπε. Ο Φίλιππος όμως δεν μπορούσε. Κάθε μέρα έβλεπε στο τραπεζάκι το δώρο που προοριζόταν για τη Φανουλα και που θα της το έδινε την ημέρα των Χριστουγέννων. Από εκείνη την ημέρα το άφησε εκεί και δεν τολμούσε να το αγγίξει. Τελικά ένα πρωινό αποφάσισε και το πήρε στα χέρια του. «Θα της το δώσω, είναι για αυτήν.»

      Μετά από λίγη ώρα, πάνω από τον τάφο της άνοιξε το δώρο της, και έβγαλε από μέσα ένα δαχτυλίδι αρραβώνων... Το τοποθέτησε δίπλα στο σταυρό και με μάτια πλημμυρισμένα με δάκρυα, το έβλεπε να λάμπει στο φως του ήλιου...

 

Μαριλένα Ξυψιτή

 

Η Μαριλένα Ξυψιτή γεννήθηκε το 1981 στη Λευκωσία της Κύπρου. Σπούδασε δημοσιογραφία και εργάστηκε σε διάφορα ΜΜΕ του νησιού.
Η αγάπη της για τη συγγραφή, την οδήγησε στην παρακολούθηση των σεμιναρίων του πρώτου εργαστηρίου δημιουργικής γραφής που λειτούργησε στην Κύπρο το 2012.
Από τότε γράφει ασταμάτητα χωρίς, όμως, να εκδόσει κάτι μέχρι στιγμής. Διηγήματα της έχουν δημοσιευθεί κατά διαστήματα στο διαδίκτυο, κατακτώντας την αγάπη των αναγνωστών. Ελάβε και εξακολουθεί να λαμβάνει μέρος σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, εξασφαλίζοντας επαίνους και διακρίσεις. Έχει συνεργαστεί με άτομα που κάνουν κι αυτά τα πρώτα τους βήματα στη συγγραφή.