ἐν βιβλίῳ

Καλαμιώτου 11  & Αθηναΐδος 12

Χάνοµαι 

 

Ι 

Εγκαταλελειµµένα πετρόκτιστα σπιτάκια 

Με γκρεµισµένα ξύλινα παραθυρόφυλλα. 

Θέληση περιδιάβασής τους µε ξεναγούς 

Τις σκληραγωγηµένες γυναίκες 

Με φιλντισένιο χτένι στα µαλλιά τους 

Και τους άνδρες παλιάς κοπής 

Με τη βαριά φωνή και την γκλίτσα τους, 

Τότε που συνδαύλιζαν τη φωτιά στο τζάκι µε το σκαλιστήρι 

Και σαµάρωναν τα γαϊδουράκια του κήπου τους. 

∆ύο-τρεις κατσίκες τα βόσκουν τώρα µόνο. 

Καλή παρηγοριά για να τρυγήσω τους καρπούς της εποχής τους, 

Μα σαν την γνήσια και τη δική σου δεν είναι. 

 

ΙΙ 

∆ιακοπή της σιέστας µιας γάτας πάνω στα κεραµίδια 

Για την οποία στάθηκα µεγάλος πειρασµός 

Και δεν µπόρεσε να αντισταθεί 

Να µην έρθει να τριφτεί στα πόδια µου. 

Μια χαώδης έκταση µε ελιές κι αµπέλια. 

Ό,τι πρέπει για να ξαποστάσω καθισµένος στον ίσκιο τους 

Και να σε φανταστώ µέσα στην αγκαλιά µου. 

Να ξαπλώσω ανάµεσά τους 

Και ψηλαφώντας το ίδιο χώµα και τις ρίζες του 

Να αναβιώσω όλα τα περασµένα. 

 

ΙΙΙ 

Η πλακόστρωτη πασαρέλα 

Με το µόλο στην άκρη και το φάρο, 

Όπου άλλοτε βάδιζαν τα άλογα µε τις άµαξες 

Ή απλώς ξαπόσταιναν και ξαλάφρωναν

Βγάζοντας τις σβουνιές τους 

Μέσα στους σιδερένιους κουβάδες, 

Έρηµη και χειµωνιάτικη φαντάζει 

Κι ας έχει πολλούς περιπατητές, 

Μιας και χάθηκε ο ανεπιτήδευτος ροµαντισµός 

Και δεν έχω να σου κρατήσω και το χέρι. 

 

ΙV 

Αναρριχώµενο λουλούδι σε καφασωτό 

Πάνω σε έναν ασβεστωµένο τοίχο. 

Μια τεράστια σκιερή ροζ βουκαµβίλια. 

Μυρωδιά από γαριδοµακαρονάδα µε ούζο. 

Παλινδρόµηση σε παιχνίδια µε πλαστελίνη 

Μια µέρα µε συννεφιά και προεόρτια βροχής. 

Μια γιαγιά στην αυλή µε το κροσσωτό µαντήλι της 

Κι ένα κοµµένο δροσερό καρπούζι µπροστά της 

Πάνω στο παλιό, ξεφλουδισµένο, ξύλινο τραπέζι.

Το αδέσποτο σκυλάκι την κοιτάζει 

Και κουνάει χαρούµενο την ουρά του. 

Χαιρετάω κάτι που ξέφυγε της ισοπέδωσης Και µου χαµογελάει συμπαθητικά.

Πιο 'κει, μπροστά απ' τα πιθάρια,

Στέκουν και τρεις τρυφηλές γάτες.

Έχουν συμφιλιωθεί οι αιώνιοι εχθροί.

Εμείς όμως, όχι ακόμα.

Τί σε κρατάει μακριά; Τί τους κρατάει όλους;

 

Ακολουθώ το δροµάκι µε τους σκιερούς ευκαλύπτους, 

Να τους έχω παρέα δίπλα µου 

Έναν-έναν στη σειρά εναλλάξ, 

Αφού δεν έχω το πρόσωπό σου να φιλώ, 

Καθώς πηγαίνω για µακροβούτια 

Στα σηµαίνοντα της θάλασσας, 

Αφού κατέβηκα το χωριάτικο βουνό 

Και περπάτησα στο παλιό µικρό λιµάνι. 

 

VI 

Μπλε ευωδίες, χρυσοµπρούτζινο φως, αρµύρα, πεύκα.

Άρωµα απ' τις σελίδες του βιβλίου µου.

Ήλιος που κατακτά τον ουρανό

Και δεν τον σκιάζει καμία συννεφιά.

Κύµατα που αγκαλιάζουν τους βράχους, 

Βράχους ακλόνητους, όπως θα έπρεπε να είναι και η αγάπη.

Θαλασσοπούλια που πετούν ανέµελα.

Ψάρια άπιαστα στα ράμφη, στα δίχτυα και στ' αγκίστρι,

Αχτύπητα και στο ψαροτούφεκο.

Αστερίες που χαρίζουν καλοτυχία, 

Μα ακριβώς γι' αυτό στον εαυτό τους κακοτυχία,  

Σαν κάποιους ανθρώπους ευλογία Εκμεταλλευόμενα θύματα καταραμένους.

Στροβιλιζόµενες µπουρµπουλήθρες

Που ανεβαίνουν στην επιφάνεια εξαιτίας της άνωσης

Και εξατµίζονται στον αφρό των κυµάτων.

Κάβουρες που περπατούν πλαγίως,

Διδάσκοντας πως και το στραβό

Είναι φυσιολογικό μες τη ζωή,

Γιατί ποιά θα ήταν η ομορφιά διαφορετικά

Σε μια άκαμπτη κι αμετάκλητη ανιαρή ευθεία;

Γιατί αλλιώς θα σε είχα ερωτευτεί;

 

VII 

Να χάνοµαι µέσα στα καλοκαίρια θέλω, 

Σαν άλλη µια φυσαλίδα γυαλίζοντας στον ήλιο. 

Να τον αγκαλιάσω κι ας λιώσω. 

Σε εποχές που υπήρχε ο έρωτας και η αγάπη.

Σε υποσχέσεις πραγµατοποίησης λαχταριστών ονείρων.

Σε δρόµους ντυμένους µε ηλιοβασιλέµατα

Και συνοδευόμενους από σαγηνευτικές μελωδίες.

Ακόµη και σε καλοκαιρινές συννεφιές,

Αφού έχουν άλλο άρωµα και χρώμα.

Μα προπαντός τότε κι εκεί που είχα εσένα. 

Τί να το κάνω το ηλιοκαµένο και αλατισµένο κορµί µου, 

Αν δεν γέρνεις πάνω του και δεν το γλυκαίνεις; 

 

VIII 

Να γίνω βότσαλο που παρασύρεται αιωνίως και ακαταπαύστως 

Απ' το κύµα στο ακρογιάλι, προτιμώ.

Λείο µικρό κοχύλι, θαµµένο στην άµµο και κλειστό, 

Ενωµένο πάντα µε το άλλο του µισό, να 'μαι. 

Όχι χέρι βγαλµένο έξω απ' το παράθυρο 

Αυτοκινήτου που τρέχει µε ιλιγγιώδη ταχύτητα, 

Να χορεύω κυµατίζοντας κόντρα στον άνεµο. 

Μια µάταιη προσπάθεια εναντίωσης

Σε αυτά που φέρνει και παίρνει. 

Όχι το βράδυ µέτρηµα των αστεριών

Έξω απ' την σοφίτα µου 

Με ένα µονό και ατσούγκριστο ποτήρι κόκκινο κρασί 

Και να βγαίνει πάντα ένα λειψό, το φωτεινότερο, 

Επειδή λείπεις από δίπλα µου και µάλλον είσαι εσύ εκείνο...

-

Ο Γιώργος Τσιβελέκος γεννήθηκε το 1997 στο Μαρούσι. Το 2005 μετακόμισε απ' τη Νίκαια στην Ανάβυσσο, όπου και διαμένει ακόμη. Είναι απόφοιτος του τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών Αθηνών. Σκοπεύει να συνεχίσει τις σπουδές του με Μεταπτυχιακό στην Εγκληματολογία. Αυτήν την περίοδο παρακολουθεί διάφορα εκπαιδευτικά και επιμορφωτικά προγράμματα, μεταξύ των οποίων για τη Δημιουργική γραφή. Είναι εθελοντής συνεργάτης του Εργαστηρίου Αστεακής Εγκληματολογίας Παντείου Πανεπιστημίου και μέλος της οργανωτικής επιτροπής των Σεμιναρίων «Έγκλημα και Κινηματογράφος» που διοργανώνονται από αυτό και το Εργαστήριο Κοινωνικής Πληροφορικής Πανεπιστημίου Πατρών. Γράφει ποιήματα, διηγήματα, παραμύθια και μυθιστορήματα. Από μικρός είναι λάτρης της ανάγνωσης βιβλίων και έχει όνειρο να κρατήσει στα χέρια του και το δικό του βιβλίο, κάτι που ελπίζει να γίνει πολύ σύντομα.

Επικοινωνήστε μαζί μας!

info@envivlio.com

mob : 6944018135

  • Black Facebook Icon
  • Black Twitter Icon