ἐν βιβλίῳ

Kavalloti 2, Athina 117 42

Καραντίνα

Εκείνη η εποχή της πανδημίας ήταν η καλύτερη της ζωής μου. Μια λέξη ήρθε να ταράξει τον κόσμο μου, «καραντίνα». Κακόηχη, σαν τηλεγράφημα από την κόλαση, μα μόλις έμαθα  την καταγωγή της με καταγοήτευσε. «Η λέξη καραντίνα προέρχεται από την ενετική παραλλαγή της ιταλικής φράσης quaranta giorni (σαράντα μέρες). Οι σαράντα μέρες αναφέρονται στην υποχρεωτική περίοδο απομόνωσης των πλοίων και του πληρώματος, κατά την επιδημία της Μαύρης πανώλης». Η «καραντίνα» πειθάρχησε μέσα μου με μια κυνική μεγαλοπρέπεια, όπως όλες οι βαρυσήμαντες λέξεις· στριφογύριζε ο νους μου στο χρονικό του θανατικού, στα ταραγμένα δειλινά της απομόνωσης· περιπλανιόταν η ψυχή μου στις σαράντα εκείνες μέρες, που θα ήταν αφόρητα λίγες για να κοπάσει ο δαίμονας. Έκτοτε αγαπώ την καραντίνα μ’ ένα πάθος ανομολόγητο. Οι κάτοικοι όφειλαν υπακοή στις αρχές της πόλης. Απαγόρευση κυκλοφορίας, απομόνωση μέσα στον τοξικό πυρετό των τειχών, ώσπου να θεραπευτεί η μάστιγα, ν’ ανασταλεί το διάταγμα και οι άνθρωποι να ξαναβρεθούν στους ίδιους χώρους, γκριζομάλληδες γραφιάδες, τραπεζίτες, καφενόβιοι, ιερείς και προσκυνητές, μεροκαματιάρηδες, σακατεμένοι κι ασακάτευτοι. Η πρώτη μου σκέψη, ήταν να θέσω τον εαυτό μου σε καραντίνα, να συμμορφωθώ με τις υποδείξεις της υγειονομίας. Οι πρώτες σκέψεις όμως σύντομα μαραζώνουν μέσα μας, όταν ένα όραμα, μια φαντασία ανεξάρτητη από την ίδια τη σκέψη, μια ακαθόριστη βούληση, μονομαχούν μαζί τους. Δεν μπορώ να εξηγήσω ακόμη, το ρίγος, την έκσταση που άγγιζε την τρέλα, εκείνη την ακατανίκητη επιθυμία να σκαρφαλώσω πάνω στις στέγες, σαν τις νυκτόβιες γάτες  – όχι, δεν με τύλιξε ο φόβος –αποφάσισα (μήπως ήταν μια παρόρμηση, μια ματαιοδοξία; μήπως ήταν η κατάλληλη στιγμή;) πως δεν θα υπάκουγα στο διάταγμα, θα ‘παρανομούσα’. Γιατί ποιος μπορεί να βάλει σε καραντίνα την ψυχή του ανθρώπου;

 

Περίμενα καθισμένος δίπλα στο παράθυρο, με καρφωμένα τα μάτια μου στις ώρες που έσπαζαν σαν κύματα η μία μετά την άλλη στο αντικρινό κτίριο, μέχρις ότου χάνονταν και οι τελευταίες κηλίδες από το φως· εξαφανιζόταν η πρόσοψή του, τρεμόσβηνε η στέγη του, τα χρώματα και οι ήχοι της ζωής έσβηναν σιγά σιγά μέσα κι έξω από το κτίριο, ο ήλιος αιμορραγούσε στη δύση, η πόλη σκοτείνιαζε, σκοτείνιαζαν κι οι άνθρωποι μέσα στην ανεξήγητη σιωπή. Τότε ξυπνούσα, ζωντάνευα, η ηδονή πλημμύριζε το κορμί μου. Καρτερούσα τη νύχτα όπως περιμένει κάποιος μιαν απροσδόκητη ευτυχία, μια θεϊκή λύτρωση, μια ηθελημένη πλάνη. Σηκωνόμουν με δυσκολία, τυλιγόμουν τα ρούχα μου, κάθε βράδυ ντυνόμουν ένας άλλος ξένος για να γίνομαι αόρατος από τα καχύποπτα μάτια της πόλης που βυθιζόταν σαν μια σχεδία-φάντασμα στο σκοτάδι. Ξεκινούσα από τη γειτονιά μου, διασχίζοντας τoυς άδειους δρόμους με τις δεντροστοιχίες, γυρόφερνα στις χωμάτινες πλατείες, και κάθε φορά απλωνόμουν πιο πολύ, στα περίχωρα, στις μακρινές συνοικίες· ύστερα έπεφτε ψιλόβροχο, έτρεχα στα βουλιαγμένα μονοπάτια ώσπου έφτανα στα προάστια· στεκόμουνα σ’ ένα χλοερό ξέφωτο κι έβλεπα τα φώτα να πεταλουδίζουν, άνισες γραμμές από φωτιές, κι από κάτω οι γερτές στέγες με τα κεραμίδια σαν πεσμένα φύλλα. Όλες εκείνες τις μαγικές μέρες, τ’ αυτιά μου συνήθισαν ν’ ακούνε μες στην σιωπή το χλωμό φως της νέας σελήνης που κυματίζει πάνω στα νερά του ποταμού· τις ραγισμένες λάμψεις των αστεριών, τ’ αστέρια καραβάνια που διασχίζουν το βασίλειο του ουρανού, στους άπειρους αδιανόητους κόσμους.

Εκείνες τις νύχτες ανακάλυπτα τα βήματά μου, εκεί που τα ονειρεύτηκα, στις ατελείωτες περιπλανήσεις της φαντασίας μου, στις ρυτίδες των δέντρων, στις καμπύλες του νερού, στις αψίδες της λευκής ομίχλης. Δεν συνάντησα πολλούς ανθρώπους εκείνες τις μέρες της ελευθερίας μου· έναν άστεγο γερμένο πάνω σε μια σάπια σανίδα, σαν σκιάχτρο που το γκρέμισε ο άνεμος, με τον γέρικο σκύλο του· ένας τυφλός ζητιάνος με τη μορφή του ανθρώπου χτυπούσε ρυθμικά τους υγρούς τοίχους με το μπαστούνι του, τόσο δυστυχισμένος που φοβήθηκα που υπάρχουν πιο δυστυχισμένοι από εμένα, ένας αιώνιος ρακοσυλλέκτης έψαχνε ανάμεσα σε ξεχαρβαλωμένα έπιπλα και σκουπίδια να βρει το άγιο δισκοπότηρο. Πιο σπάνια, άκουγα κραυγές από τους καβγάδες των μεθυσμένων και τα βογκητά των μελλοθάνατων. Μα πιο πολύ ένιωθα ανθρώπινα μάτια σκαλισμένα στα γυάλινα παράθυρα. Η νύχτα αναλώνει την πραγματικότητα, γιατρεύει τη δυστυχία με μια κομψότητα ανάλαφρη και καθαρή· και μοχθηρή αγάπη.  Το μαύρο φως έχει τη θλίψη της ορατής μοναξιάς.

Προτού χαράξει η μέρα επέστρεφα στην κάμαρά μου. Μέσα στην ιλιγγιώδη ακινησία του χρόνου διατηρώ ανέπαφη μονάχα την ανάμνηση της τελευταίας νύχτας.  Πέρασαν τόσα χρόνια που ίσως δεν έχει νόημα ο χρόνος – ό,τι προηγήθηκε είναι χαραγμένο στο νου μου σαν μια αφαίρεση, συγκατάβαση μιας άνω τελείας, είδωλα της φαντασίας μου.  Ανηφόρισα τις πελεκητές λωρίδες του ποταμού, καμπουριασμένος, κουβαλώντας στην πλάτη το ίδιο μου το σώμα· στις όχθες οι ευκάλυπτοι έχτιζαν τη νύχτα με τα τεράστια κλωνάρια τους, μια κουκουβάγια θρηνούσε τη δυστυχία των ανθρώπων, οι νυχτοπεταλούδες αιωρούνταν ακίνητες σαν κουκίδες στο γρανιτένιο σκότος.

Αισθάνομαι πως τα υπόλοιπα τα φαντάστηκα, ίσως ήταν μια παραίσθηση μέσα στη ροή των ονείρων μου, ένα όραμα που αναστήθηκε μέσα από την πομπή των μυστικών μου ονειροπολήσεων. Τα μεσάνυχτα η σελήνη έμοιαζε με μια ματωμένη λεπίδα ακουμπισμένη σε μια κοίλη του ουράνιου θόλου. Ξαφνικά έγινε ησυχία, ο άνεμος κρύφτηκε κάτω από τις πέτρες, άδειασε το σώμα του μέσα στις χαράδρες, αισθάνθηκα ψύχος να παγώνει το αίμα στις φλέβες μου, ένα αόρατο τείχος ορθώθηκε μπροστά μου, τα γόνατά μου λυγίζουν, σωριάζομαι στη γη ικέτης, σπρωγμένος από ένα προαιώνιο ένστικτο. Η πόλη παραδόθηκε στον νέο κύκλο της ιστορίας που ανακαλεί την εικόνα της· αυτό το επεισόδιο αντικαθιστούσε το προηγούμενο. Έφτασε η ώρα που οι άνθρωποι θα έβρισκαν μια συμβιβαστική λύση ανάμεσα στον εγωισμό και τη συμπόνια, έτοιμοι πια να παραδώσουν την ψυχή της πόλης σε αντάλλαγμα για την εξουδετέρωση της επιδημίας. Το συμβόλαιο θα σφραγιζόταν με το αίμα των αρρώστων και των παιδιών. Έτσι θα γλίτωναν, αλλά η κατάρα θα μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, αυτό το βρικολακιασμένο τέρας θα στρατολογεί ψυχές ώσπου ν’ αφανιστεί το ανθρώπινο γένος και να ξοφληθεί στο ακέραιο το καταραμένο χρέος. Όσοι επέζησαν αισθάνονταν μια μυστική χαρά που σώθηκαν από τα νύχια της επιδημίας. Οι νεκροί, δεν θα περάσει πολύς καιρός, σ΄ ένα χρόνο, σ’ έναν αιώνα, σε μια χιλιετία, θα είναι πλάσματα της φαντασίας μας – η ιστορία έχει χορτάσει από τους νεκρούς.

Η καραντίνα δυστυχώς τελείωσε, δεν ξέρω αν άξιζα αυτή τη χάρη, αυτή την ελεημοσύνη (δεν χρειάστηκε να μετρήσω τις μέρες, ο μύθος κρατάει πιο πολύ από τη ζωή του ανθρώπου, υποψιάζομαι πως κράτησε σαράντα μέρες, quaranta giorni, ο αρχαίος Θεός, ένας οποιοσδήποτε Θεός, ένας εξόριστος Θεός, έβαλε μια φυσική τάξη στον κόσμο). Η ιστορία είναι μια επανέκδοση του ίδιου βιβλίου. Aποφάσισα να μην ξαναβγώ από το δωμάτιό μου, εκεί που βρίσκονται παγωμένα τα χρόνια της ζωής μου να με κοιτάζουν με οίκτο  –  τέτοια ελευθερία δεν θα ξαναζούσα –, καθηλωμένος σ’ αυτό το ίδιο κάθισμα, ξεφυλλίζοντας τις μνήμες μου, αναζητώντας το χρυσό κλειδί του παραδείσου· μόνος δεν αισθάνομαι άσχημα, αυτοσχεδιάζω μια καινούρια διάλεκτο, συμβιβάζομαι για να επαναστατήσω, εξιστορώ στον εαυτό μου ορεινά κι υπόγεια ταξίδια, κοιτάζω την αιώνια ακινησία των πλανητών, μυρίζει ωραία, η νοσοκόμα άφησε ένα βάζο λεμονανθούς στο κομοδίνο – είναι βαριά η άνοιξη φέτος. Στα όνειρά μου, το φεγγάρι είναι ψηλά στον ουρανό, χαλκοπράσινο, τα φαράγγια τη νύχτα μοιάζουν απέραντα. Θα ήθελα, όταν μπορέσω, να βάλω το σύμβολό μου σ’ ένα ποίημα που να μην το καταλαβαίνει κανείς, για να μείνω αθάνατος μέσα στην ανωνυμία του. Τον θάνατο δεν μπορείς να τον βάλεις σε «καραντίνα». Όταν εγκαταλείψεις την επιθυμία να ζήσεις με κάθε τίμημα, ένα φως σε πλημμυρίζει.

Κυριάκος Δημητρίου

Ο Κυριάκος Δημητρίου είναι καθηγητής της Ιστορίας των Ιδεών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.

Επικοινωνήστε μαζί μας!

info@envivlio.com

mob : 6944018135

  • Instagram
  • Black Facebook Icon
  • Black Twitter Icon