ἐν βιβλίῳ

Καλοκαιρινή χαρμολύπη

Συνήθως τα καλοκαίρια με παιδεύουν. Υποφέρω πολύ από τη ζέστη. Στενοχωρήθηκα πρόσφατα όταν, με επιμονή, συνάδελφος καθηγήτρια με ρωτούσε πού πάω για διακοπές. Δεν ήξερε ίσως ότι υπάρχει πολύς κόσμος που δεν ταξιδεύει στις διακοπές, γιατί δεν μπορεί να καλύψει τα έξοδα.

Δεκαετίες τώρα δουλεύω, διδάσκω ελληνικά σε καλοκαιρινά μαθήματα και σεμινάρια. Έτσι μπορώ να απολαμβάνω τη θάλασσα που τόσο αγαπώ. Συνήθως νωρίς το πρωί ή αργά το απόγευμα, γιατί νιώθω άβολα στην τουριστική φρενίτιδα. Φέτος, με όλες αυτές τις τραγωδίες;

«…Χαρείτε τη θάλασσα και τα όμορφα μέρη που επισκέπτεστε, με όλη σας την καρδιά. Μη νιώθετε ενοχές για τη χαρά σας απ’ όπου κι αν αυτή προέρχεται. Η χαρά θα σας κάνει να αντέξετε μελλοντικές δυσκολίες και είναι πολύτιμη. Και όχι, δεν σημαίνει πως έχετε λιγότερη ενσυναίσθηση…»

Αυτή ήταν η απάντηση φίλης.

«Μάζεψε δυνάμεις για να αντιμετωπίσεις και τις δικές σου τραγικές στιγμές, που ίσως να μην αργήσουν να έρθουν», μου είπε κάποιος άλλος. Εγώ όμως τραγουδούσα συχνά το γνωστό τραγούδι. «Μα τι να πω τέλος πάντων;/Ντρέπομαι και να το πω:/πως είν’ ωραίος ο κόσμος/επειδή σ’ αγαπώ!».

Πήγα για δυο μήνες στην Ελλάδα, κυρίως για δουλειές, και για την παρουσίαση του βιβλίου που έγραψα πρόσφατα. Αν και ήταν δύσκολα όλα, μετακινήσεις, έξοδα, κούραση, οι όμορφες συναντήσεις μου ξανάφεραν το χαμόγελο που είχα χάσει. «Όλα είναι στιγμές, εικόνες που πρέπει να κρατήσεις στο μυαλό σου», επέμενε αγαπημένος φίλος. Προσπάθησα.

Μετά την επιστροφή μου στη Γαλλία βρέθηκα στην πολυαγαπημένη μου Βρετάνη. Και στο χαντάκι δίπλα στον αυτοκινητόδρομο. Δεν πάθαμε τίποτα ευτυχώς. Κατάλαβα όμως πόσο έτοιμοι πρέπει να είμαστε όλοι για τον θάνατο. Κι έτσι ζούσα κάθε στιγμή με ξεχωριστή ένταση. Όταν όμως άρχισαν να φτάνουν τα νέα για τις πυρκαγιές στην Ελλάδα ένιωσα και πάλι ότι τίποτα δεν είναι εύκολο.

Καίγεται το αγαπημένο χωριό όπου είχα πάει με τους γονείς. Η φωτιά πλησιάζει σε ένα αγαπημένο μοναστήρι. Στον καναπέ με το κινητό, συχνά σχεδόν όλη τη νύχτα. Καίγεται το χωριό που απέχει τριάντα χιλιόμετρα από το σπίτι συγγενών μου, καίγεται το χωριό που απέχει είκοσι χιλιόμετρα, καίγεται το χωριό που είναι δίπλα, καίγονται τα πρώτα σπίτια του χωριού.

Τι να τα κάνω τα κομψά έπιπλα, τους πανέμορφους πίνακες του σπιτιού που με φιλοξενεί; Ας τα βλέπω για να παίρνω δύναμη. Φιλικό ξενοδοχείο σώθηκε από εθελοντές που δεν υπάκουσαν στις εντολές και δεν έφυγαν από το χωριό. Το σπίτι των συγγενών μου σώθηκε. Αυτά μάθαινα. Συχνά με βίντεο από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μακριά χωρίς να μπορώ να κάνω τίποτα, παρά μόνο ένα τηλεφώνημα, μια ενθαρρυντική ανάρτηση. Κάποιες στιγμές έφταναν καλά νέα. Άλλες φορές φωτογραφίες με καμένα σπίτια φίλων.

Διάβαζα αποσπάσματα από το βιβλίο μου. Γύριζα σε παλαιότερες ιστορίες. «Πριν σαράντα χρόνια δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα ούτε διαδίκτυο. Μια κοπέλα που αγαπούσα, ήταν σε μια φοιτητική εστία στη Γαλλία. Ήμουν ακόμα στην Ελλάδα. Κατέβαινε στον τηλεφωνικό θάλαμο που ήταν στον κήπο και μου τηλεφωνούσε. Τον χειμώνα νύχτωνε νωρίς. Μια φορά κάποιος της επιτέθηκε προσπαθώντας να τη βιάσει. Και εγώ άκουγα έντρομος από μακριά. Η αίσθηση τού να μην μπορείς να κάνεις τίποτα ήταν ιδιαίτερα επίπονη. Ευτυχώς πέρασε τυχαία μια παρέα και την έσωσε. Στις μέρες μας νομίζω ότι στη θέση της κοπέλας είναι πολλοί. Δεν αντέχω να βλέπω από μακριά αυτήν την καταστροφή. Πίστευα ότι η απόσταση γιατρεύει και επιτρέπει να κρατάμε μέσα μας μόνο τα θετικά. Ή ότι μας βοηθούν τα παλιά θυμητάρια που είχαμε πάρει μαζί μας. Είναι γεγονός ότι συχνά τα κρατάμε σφιχτά στην αγκαλιά μας, όταν κοιμόμαστε, για να αντέχουμε. Με τις νέες τεχνολογίες νομίζουμε ότι η απόσταση καταργήθηκε. Ότι συμμετέχουμε και εμείς. Ακόμα και σε κάποιες συνεντεύξεις, ραδιοφωνικές ή τηλεοπτικές, που μεταδίδονται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μπορούμε να βάλουμε καρδούλες, εικόνες με υψωμένες γροθιές, σχόλια. Αλλά πόσο θα ήθελα να φωνάξω και εγώ [..] Θα μου πείτε ότι είμαστε χρήσιμοι στις νέες μας πατρίδες, για να ενημερώνουμε την κοινή γνώμη και να οργανώνουμε κινήματα συμπαράστασης. Είμαστε επίσης χρήσιμοι και για τους Έλληνες που μαθαίνουν με τα γραπτά και τις δημόσιες παρεμβάσεις μας τι γίνεται σε άλλες χώρες. «Όμως για μένα είσαι εδώ /είσαι παντού και πουθενά» είναι τα λόγια γνωστού τραγουδιού. Αυτό το πουθενά με σκοτώνει.» Τι να κάνω ; Να φύγω, να βρω ένα αεροπορικό εισιτήριο για να βοηθήσω κι εγώ εθελοντικά; Μήπως ο δικός μου αγώνας είναι οι μεταφράσεις για φίλους δημοσιογράφους των εδώ εφημερίδων;

Γύρισα στο σπίτι μου, μα η καρδιά μου είναι ματωμένη από τις καταστροφικές πυρκαγιές στην Ελλάδα. Την περασμένη νύχτα ξύπνησα στις τρεις το πρωί από έναν εφιάλτη. Κοίταξα ένα μήνυμα στο κινητό. Φίλη μού ζητούσε να μεταφέρω την έκκληση για εθελοντές. Κινδύνευε να καεί κι ο οικισμός όπου είναι το σπίτι της κι όπου είχα περάσεις εξαίρετες μέρες τον Ιούλιο. Στην ομορφιά ίσως έπρεπε να βάλω ένα μαύρο πέπλο. Ευτυχώς δυο ώρες μετά η κατάσταση είχε ηρεμήσει. Σήμερα τα πράγματα είναι καλύτερα. Θυμάμαι τα λόγια καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. " Να μετατρέψουμε την απελπισία και τον φόβο σε θυμό και ελπίδα". Ξεφύλλισα πάλι το βιβλίο. Στάθηκα στο εξής απόσπασμα : «Ποτέ δεν ήμουν υπερεπαναστάτης του γλυκού νερού, αλλά και ποτέ δεν αποδέχτηκα την πολιτική με ανάθεση. Η κυβέρνηση δεν αποφασίζει για μας. Ο καθένας μας παλεύει καθημερινά, για να προχωρήσουν τα πράγματα. Όταν είμαστε πολλοί στη μάχη, τότε πετυχαίνουμε. Ποτέ δε φταίνε οι άλλοι. Είναι εύκολη λύση η ανάθεση. Όπως η αποχή, το ψηφίζω ΄παρών΄».

Με τις φωτιές φέτος το καλοκαίρι φάνηκε πόσο σημαντική είναι η ενεργός συμμετοχή του καθένα μας στη ζωή της γειτονιάς, του χωριού, της πόλης μας. Κι η πολιτική ανυπακοή πολλές φορές. Ίσως επιβεβαιώνονται και τα λόγια μου.

Το μεσημέρι έστρωσα το τραπέζι με μηχανικές κινήσεις. Πρέπει να τρώμε, να προσέχουμε την υγεία μας. Ίσως είμαστε χρήσιμοι. Ετοιμάζοντας το μεσημεριανό σκεφτόμουν μια φορά που ήμουν στην Ελλάδα για τις εκλογές. Το μεσημέρι είχα πάει να φάω σε ένα μικρό εστιατόριο. Το αττικό φως ήταν υπέροχο, το φαγητό εξαιρετικό. Έβλεπα τα δέντρα, άκουγα τα πουλιά. Ήταν υπέροχα. Όταν ήρθε ο σερβιτόρος για να πληρώσω, ξέσπασα σε κλάματα. «Γιατί καταστρέφουμε αυτόν τον παράδεισο; Γιατί δεν σεβόμαστε αυτήν την ευτυχία;» Με κοιτούσε ο άνθρωπος... Αυτό το αίσθημα αδικίας έχω τον τελευταίο καιρό. Σκέφτομαι όμως τα καλογραμμένα βιβλία που διάβασα, τους όμορφους πίνακες που είδα, τους καλούς φίλους. Το σώμα είναι ήρεμο, η σκέψη ταραγμένη. Αλλά η αντίσταση κι η αλληλεγγύη είναι παντού, κι εκεί κι εδώ. Οι νέοι χοροί δεν είναι κυκλωτικοί, δεν είναι πανηγυριώτικοι. Είναι χοροί απόφασης, πεισματωμένοι χοροί.

Ν.Γ.

Παρίσι, 20 Αυγούστου 2021

Ο Νίκος Γραικός είναι απόφοιτος του τμήματος Γαλλικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Διδακτική Ξένων Γλωσσών στη Σορβόννη. Διδάσκει την ελληνική ως ξένη γλώσσα από το 1982.

Επικοινωνήστε μαζί μας!

info@envivlio.com

mob : 6944018135

  • Black Facebook Icon
  • Black Twitter Icon